Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Καλοκαίρι

Ο Ιούλιος τελειώνει. Είναι γεγονός. Πέρασε κιόλας το μισό καλοκαίρι. Και να με, εγώ που πάντα υποστηρίζω πως πρέπει να γιορτάζουμε το κάθε λεπτό, να χαιρόμαστε τη στιγμή, κι από την άλλη πάντα κάτι περιμένω με λαχτάρα, να με που ξαφνικά δεν θέλω να περάσουν οι μέρες, να μην τελειώσει το καλοκαίρι, να μην τελειώσει.

Μαζί του τελειώνουν και τα ψέματα: γυρίζω στο σχολείο. Πανικός! Τη μισή μέρα μακριά απ' τη Σταυρούλα μου; Ιδρώνω και που το γράφω. Κι ενώ προσπαθώ να χειριστώ το άγχος του αποχωρισμού που ώρες ώρες με γραπώνει σαν χέρι στο λαιμό (κι εγώ που νόμιζα ότι το παιδί το παθαίνει αυτό το πράγμα κι όχι η μαμά... κούνια που με κούναγε), κι ενώ προσπαθώ να βρω λύσεις για να μειώσω το χρόνο του πηγαινέλα στη δουλειά, και πιο πολύ ν' αντιμετωπίσω τ' αρνητικά μου συναισθήματα για να μπορέσω να βοηθήσω και το μωρό μου όταν έρθει η ώρα, κι ενώ στο μυαλό μου στριφογυρίζουν τρένα, λεωφορεία, μαθητές, διευθυντές, νταντάδες και λοιπά και λοιπά, θυμάμαι πού και πού και τεντώνω τ' αυτιά μου για ν' ακούσω την ήρεμη φωνούλα μέσα μου που λέει: Χαλάρωσε. Άσε τα πράγματα να έρθουν. Κι ακόμα λέει, με τη φωνή της μαμάς μου: Τις περισσότερες φουρτούνες τις περνάμε στο κεφάλι μας. 

Είναι ακόμα καλοκαίρι. Θυμίστε μου να μην καταστρέψω σαν ηλίθια το καλοκαίρι με τις αγωνίες του φθινοπώρου. 

Είναι καιρός για όμορφες αναμνήσεις, δεν έγραφα πριν λίγες μέρες; Μην το ξεχνάς αυτό, κυρία έξυπνη. Άντε λοιπόν. Σκάσε και κολύμπα. 

Και επειδή το βιβλιοσκούληκο μπορεί να είναι ημερολόγιο βιβλίων, αλλά πάνω απ' όλα είναι ημερολόγιο, θα παρεκτραπώ. Καλοκαίρι είναι. 
Ορίστε λοιπόν, μερικές όμορφες αναμνήσεις του Ιουλίου και πράγματα για τα οποία είμαι ευγνώμων:

1. Νυφικό με tevaκια: 
Έγινε παρανυφάκι για πρώτη φορά. Μια πριγκίπισσα με ορειβατικά πέδιλα. Που τα γέμισε άμμο στο beach party που ακολούθησε, πριν κοιμηθεί μακάρια στους καναπέδες, για να μου παραχωρήσει ευγενικά την ευκαιρία να χορέψω μέχρι τελικής πτώσεως.
2. Το νερό-νεράκι:
Στο χωριό. Λάστιχο, γιαγιά, γέλια κι η μαμά με τη φωτογραφική μηχανή να προσπαθεί να παγώσει το χρόνο. 

3. Εκδρομή στο βουνό:
Δροσιά στο δάσος, κουβέρτα και μεσημεριανός υπνάκος στο χώμα, αδέσποτες αγελάδες στο λιβάδι στα 1800μ. υψόμετρο και βάλε, μια επεισοδιακή κατάβαση γεμάτη γέλια. Στο βουνό, ένας μαγικός κόσμος. Μαζέψαμε μικρά ξύλα και φτιάξαμε σπιτάκια για νεράιδες.

4. Ήρεμες, οικογενειακές στιγμές. Η παρουσία της. Το γέλιο της, οι καινούργιες λεξούλες της, το να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι εννοεί. Η μαγεία της ύπαρξής της.
Εδώ απλά με τρελαίνει γιατί είναι σαν μπαλαρινάκι.

5. Ευτυχισμένες μέρες με τη θεία, ατέλειωτες βόλτες στη Θεσσαλονίκη, η αδερφούλα μου κοντά μας:
Μπαμπάς, θεία, Σταυρούλα. Η μαμά κρατάει την κάμερα, κι απ' τ' αυτιά της βγαίνουν καρδούλες και για τους τρεις. Την αδερφούλα μου τη λένε Χαρά , η Σταυρούλα τη λατρεύει, και για να της το αποδείξει την αποκαλεί "τσατσά". Χαρά, σε λατρεύει λέμε!

6. Τα παραμύθια.
Δεν παρεκτράπηκα τόσο πολύ ώστε να μην αναφερθώ καθόλου στα βιβλία. Κι εξάλλου, καλοκαίρι χωρίς παραμύθια δεν γίνεται. Τα λέμε το βράδυ, στο σκοτάδι, πριν κλείσουν τα βλέφαρα. Τα διαβάζουμε με το φως της μέρας κι οι εικόνες μας φανερώνουν τα μυστικά που μπορεί ακόμα να κρύβουν οι λέξεις. 
Τα αγαπημένα μας αυτή την περίοδο: Παραμύθια που αγαπώ, That's not my mermaid, The Wide-Mouthed Frog, Μάντεψε πόσο σ' αγαπώ. 

Οι γοργόνες μας. Θαλασσινές, καλοκαιρινές. Και το κουτί των παιχνιδιών που έγινε βαρκούλα, "παπούπα" στα σταυρούλικα. 

Είπαμε, οι γιαγιάδες κάτι ξέρουν από παραμύθια.

Το "Μάντεψε πόσο σ' αγαπώ" πρέπει να είναι το πιο γλυκό βιβλιαράκι για μικρά παιδάκια. Η Σταυρούλα το διαλέγει πάντα. Ο μπαμπάς λαγός και το λαγουδάκι προσπαθούν να μετρήσουν ποιός αγαπάει τον άλλο πιο πολύ. Όμως η αγάπη δεν μετριέται...



Το βρήκα και στο youtube ανεβασμένο:


Ουφ! Τα 'γραψα και ήδη νιώθω καλύτερα. 
Ο Ιούλιος φεύγει, αλλά ήταν τόσο όμορφος. 
Είναι πάντα ευχάριστο να το σκέφτεσαι.

Καλοκαίρι, θα προσπαθήσω να μη σε σπαταλήσω άλλο. Δεν θα μαυρίζω τις όμορφες μέρες σου με ανησυχίες και φόβους για το αύριο. Και θα προσπαθήσω να σου χαρίσω τον καλύτερό μου εαυτό. Να χαίρομαι με όλη μου τη δύναμη και ν' αγαπώ με όλη μου τη δύναμη και να θυμάμαι να είμαι ευγνώμων και δεκτική στις όμορφες στιγμές που έρχονται και κάποτε τις προσπερνώ. 
Θα προσπαθήσω. 
Αλλά κι εσύ θα υποσχεθείς να μη βιαστείς να φύγεις.
Ακούς;






Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Της γιαγιάς τα παραμύθια...

Πριν κανα μήνα περίπου, κάναμε οι τρεις μας ένα ταξίδι στη θάλασσα: η μαμά μου, η Σταυρούλα κι εγώ. Ξεκίνησε λίγο αντίξοα, και ήταν βασικά ταξίδι για δουλειά, όμως ήταν γεμάτο από μια ξεχωριστή μαγεία- εκείνη που υπάρχει μόνο εκεί που βρίσκονται μαζί τρεις γυναίκες από τρεις γενιές μιας οικογένειας, πολύ ισχυρά δεμένες μεταξύ τους με τ΄αόρατα νήματα της αγάπης.  


Η Σταυρούλα ήταν τρισευτυχισμένη σ' αυτό το ταξίδι. Είχε άπλα, ελευθερία και όλη την προσοχή του κόσμου από τη μαμά της (φυσικά) και τη γιαγιά της (που δεν τη βλέπει συχνά). Παιχνίδια και τραγούδια όλη μέρα. Λατρεία. 


Η λατρεία της γιαγιάς γίνεται παιχνίδι.
Υπομονή. 
Παραμύθια.  


Κυλούσαν οι μέρες κι εγώ παρακολουθούσα το bonding, που απλά, αβίαστα, συνέβαινε. Στη θάλασσα πετούσαν βοτσαλάκια, στην παιδική χαρά έκαναν τραμπάλα, στο μπαλκόνι έπαιζαν με τα νερά. Το βράδυ τους έδινα το χώρο τους. Ήμουν εκεί, φυσικά, ήμασταν και οι τρεις ξαπλωμένες, η Σταυρούλα ανάμεσα, γαντζωμένη στο στήθος μου. Όμως η γιαγιά έλεγε το παραμύθι. Ξεκίνησε με την Κοκκινοσκουφίτσα. Το άλλο βράδυ Κοκκινοσκουφίτσα και Σταχτοπούτα. Και το επόμενο Κοκκινοσκουφίτσα, Σταχτοπούτα, κι η ιστορία της Σταυρούλας που μεγαλώνει και πάει σχολείο. Κι έτσι, μαγικά, το μωρό κοιμόταν! Το μωρό μου, που όταν αλλάζει περιβάλλον μένει ξάγρυπνο ως τα μεσάνυχτα μες στην υπερένταση, κοιμόταν με την κατευναστική φωνή της γιαγιάς να λέει παραμύθια. Ούτε που ήξερα ότι ήταν σε ηλικία ν' ακούσει παραμύθια με τόσα πολλά λόγια. Για φαντάσου.



Το ταξίδι τελείωσε, αλλά τα παραμύθια της δεν ήθελα να της τα στερήσω. Έλα όμως που κάθε φορά που ξαπλώναμε και επιχειρούσα να ξεκινήσω την Κοκκινοσκουφίτσα ή τη Σταχτοπούτα δεν παρέλειπε να μου θυμίζει: "γιαγιά!", κάποιες φορές τόσο έντονα και τόσο συχνά που δεν με άφηνε να συνεχίσω. Ξεκίνησα κι εγώ να της λέω τα τρία γουρουνάκια, ενώ κοιτάζαμε τις εικόνες από ένα κακόμοιρο βιβλιαράκι που αγοράσαμε απ' το σούπερ μάρκετ. Μεγάλη επιτυχία! Εκδόσεις Joconda, και η ιστορία χιλιοκουτσουρεμένη (ό,τι πρέπει για μωρό 18 μηνών) όμως την εικονογράφηση τη βρήκα όμορφη (κι ας λέγεται Van Gool αυτός που την έκανε). Της άρεσε πολύ το παραμύθι. Έχει και δραματικότητα και εφέ με το λύκο που φυσάει τα σπιτάκια και μετά πέφτει στο βραστό νερό. Κι όταν κάνει αναπαράσταση πώς γελάνε τα γουρουνάκια στο τέλος της ιστορίας, θέλω να τη φάω. Με την καλή έννοια. 

Στην επόμενή μας επίσκεψη στη γιαγιά, μας έκανε δώρο ένα βιβλίο. Τα Παραμύθια που αγαπώ, εκδόσεις Μίνωας. Η Σταχτοπούτα κι η Κοκκινοσκουφίτσα είναι εκεί, και τα γουρουνάκια εκεί είναι, κι ο Κοντορεβιθούλης κι ο Παπουτσωμένος γάτος, αλλά και άλλα παραμύθια, λιγότερο γνωστά, όπως η Χιονούλα και η Ροδούλα και οι Μουσικοί της Βρέμης. Είναι προχωρημένο βιβλίο για μας, με μεγάλα κείμενα, αλλά έχει μεγάλες εικόνες που μπορείς να στηριχτείς πάνω τους για να πεις με δικά σου λόγια την ιστορία. Το ξεκίνησαν στην Αθήνα, με τα γνωστά παραμύθια φυσικά. Το συνεχίζουμε κι εδώ. Το παίρνουμε μαζί μας όπου πηγαίνουμε, τώρα το καλοκαίρι. Είναι ανεξάντλητο. 


Διαβάζουμε τα γουρουνάκια, την Κοκκινοσκουφίτσα και τη Σταχτοπούτα. "Μαμά!" φωνάζει η Σταυρούλα όταν αρχίζουμε το πρώτο, "γιαγιά!" όταν αρχίζουμε κάποιο απ' τα άλλα δύο. "Γιαγιά!" φωνάζει όταν βλέπει το γάιδαρο και τον κόκορα απ' τους μουσικούς της Βρέμης -στο ταξίδι με τη γιαγιά είδαμε και γάιδαρο και κόκορα, δεν το ξεχνάει. Διαβάζουμε από χθες και την Τοσοδούλα, και πάλι θέλω να τη φάω όταν μου δείχνει με το δαχτυλάκι της πως η Τοσοδούλα είναι τόοοοσο μικρή. "Μαμά!" φωνάζει και ξαναφωνάζει κατά τη διάρκεια του παραμυθιού, και κάνει πως κλαίει -ναι ναι, η Τοσοδούλα έκλαιγε γιατί ήθελε τη μαμά της. Το σίγουρο είναι ότι τα ζει τα παραμύθια, όχι αστεία. 


Αγαπώ τις ώρες που περνάμε με τα παραμύθια. Το βλέμμα της όταν συγκεντρώνεται σε μια εικόνα. Την ανυπομονησία της όταν γυρίζει τις σελίδες στην τύχη και δείχνει πότε το ένα και πότε το άλλο. Είναι το κορίτσι μου, αγαπώ τα πάντα πάνω της. Με ξαφνιάζει κάθε μέρα μ' αυτά που καταλαβαίνει και με τον τρόπο που εκφράζεται, χωρίς πολλά λόγια, όμως με τόση σαφήνεια. Με ξαφνιάζει μ' αυτά που θυμάται. Το να την παρακολουθώ, μαθαίνοντας από κείνη τι της κάνει εντύπωση, είναι κάτι θαυμάσιο. Το να κάθομαι ήσυχα πλάι της και δειλά να μπαίνω, όταν μου ανοίξει την πορτίτσα, στο μικρό της κόσμο είναι το μεγαλύτερο προνόμιο. Και το να μοιράζομαι τα παραμύθια μαζί της είναι ένα μονάχα απ' τα πράγματα που με κάνουν ευτυχισμένη. 


Νομίζω είναι πολύ ταιριαστό που τα παραμύθια μας τα σύστησε αυτό το ταξίδι με τη γιαγιά. Δεν είχα ποτέ γιαγιά, όμως ακούω πως κάτι ξέρουν αυτές από παραμύθια.


Ήταν ένα όμορφο ταξίδι το δικό μας. Είναι όμορφα να έχεις μαμά και να είσαι μαμά. Σε τοποθετεί, θα λεγα, στο κέντρο της αγάπης, με βελάκια που φεύγουν από σένα κι επιστρέφουν σε σένα. Ακόμα σου επιτρέπει, κατά κάποιο τρόπο, να έχεις παιδί και να είσαι παιδί, και το καθένα απ' αυτά είναι κάτι μαγικό. Στη μέση του Αιγαίου, κάτω από τον καυτό ήλιο. Δίπλα στη θάλασσα, που ποτέ δεν ησυχάζει και ποτέ δεν τελειώνει.


Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Μια καλύτερη ιστορία

Το διάστημα που πέρασε διάβασα αρκετά και έγραψα λίγο, ταξίδεψα κάμποσα χιλιόμετρα και σκέφτηκα πολύ, γνώρισα διάφορους ανθρώπους κι ένα γάτο, λυπήθηκα και χάρηκα και κολύμπησα και οδήγησα (Παναγία βόηθα!), και τράβηξα φωτογραφίες και έδωσα και πήρα αγκαλιές, και πέρασε ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού και φτάσαμε σχεδόν στη μέση, με στιγμές που τόσο εύκολα έγιναν αναμνήσεις κι άλλες που περιμένουν στη γωνία να τις ζήσουμε κι αυτές.

Καλοκαίρι. 
Πώς κυλάει η ώρα.
Είναι στ' αλήθεια καιρός να φτιάξουμε όμορφες αναμνήσεις. 

Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων δεν τα θυμάμαι πια με λεπτομέρειες, όμως μέσα στη θολούρα ξέρω πως ήταν μεγάλα και όμορφα. Είχαν ατέλειωτο παιχνίδι στο δρόμο και ατέλειωτα απογεύματα στη θάλασσα, και μεγάλες διαδρομές με το πούλμαν ώσπου να φτάσουμε εκεί, και μεγάλες συζητήσεις στο πούλμαν, και παιδική χαρά ως τη νύχτα και αργούς περιπάτους χωρίς σκοπό. Είχαν βαρετές στιγμές στο χωριό, είχαν ποδήλατο, είχαν ουρανό γεμάτο αστέρια και αγάπη. Λίγες στιγμές μένουν από τότε, κι ακόμα μια διάχυτη ευτυχία, μια νοσταλγία για την εποχή που ο κόσμος ήταν πιο μικρός και δεδομένος, οι φόβοι πιο παραμυθένιοι κι η παρηγοριά τους πιο απλή. 

Σκέφτομαι τα ευτυχισμένα παιδικά μου χρόνια, τις αόριστες αναμνήσεις μου που έχουν σχεδόν περάσει στη σφαίρα του μύθου, εκείνον τον μικρό χαρούμενο άνθρωπο που έγινε αυτό που είμαι εγώ. Εύχομαι στ' αλήθεια να προσφέρω κι εγώ στο παιδί μου κάτι καλό, μια βαλίτσα ευτυχισμένες αναμνήσεις για το ταξίδι της ζωής της. 

Τα καλοκαίρια είναι όσο τίποτα καιρός για ευτυχισμένες αναμνήσεις.

Η οικογένεια είναι πιο πολύ μαζί, οι καρδιές πιο ανοιχτές. Θέλω να κάνω τα καλοκαίρια μας μαγικά. Οι τρεις μας, κι οι άνθρωποι στο δρόμο μας, η μεγάλη μας οικογένεια. Θέλω να κάνω την κάθε μέρα μας μια πιο όμορφη ιστορία.   

Κι ερχόμαστε στο βιβλίο, έτσι για να δικαιολογήσουμε την παρουσία του παραπάνω παραληρήματος σ' ένα μπλογκ που ονομάζεται "βιβλιοσκούληκο" (χα). Τέτοιες σκέψεις λοιπόν έκανα εδώ και λίγο καιρό, από τότε που άρχισε το καλοκαίρι και λίγο πιο πριν, όταν έπεσα πάνω σ' αυτό: 


A Million Miles in a Thousand years, του Donald Miller. Μια αληθινή ιστορία. Και πόσο αληθινή. 

Ο κύριος αυτός λοιπόν, αφού έγραψε ένα επιτυχημένο βιβλίο (δεν το έχω διαβάσει αλλά απ' ό,τι λέει είναι μάλλον κάτι σαν απομνημονεύματά του) και με την καριέρα του λίγο-πολύ στάσιμη, δέχτηκε την πρόταση να γυριστεί το βιβλίο του σε ταινία. Τότε, κατά κάποιο τρόπο, οι παραγωγοί της ταινίας τον ταρακούνησαν και τον έσωσαν μαζί. Το βιβλίο έπρεπε να αλλαχτεί αρκετά, γιατί μια ταινία δεν είναι σκέψεις, αλλά θέλει δράση, ιστορία, κορυφώσεις. Αλλιώς είναι μια ταινία βαρετή, μια ταινία που κανείς δεν θα ήθελε να δει. Οι παραγωγοί κάθισαν μαζί του να γράψουν ένα νέο σενάριο. Και ο Don άρχισε να σκέφτεται ότι αυτά που κάνουν μια ταινία ν' αξίζει είναι λίγο-πολύ αυτά που κάνουν μια ζωή ν' αξίζει. Ότι δεν είναι πια ικανοποιημένος με το να περνάει τη ζωή του στον καναπέ και στον υπολογιστή, γράφοντας ιστορίες άλλων, φανταστικών ανθρώπων, ονειροπολώντας, αλλά ότι πρέπει να ζήσει, και να κάνει τη ζωή του μια καλύτερη ιστορία. Στο A Million Miles εξιστορεί την πορεία του μέχρι να πάρει μπρος και να βάλει το σχέδιο σ' εφαρμογή, κι ακόμα μιλάει για ανθρώπους που τον ενέπνευσαν, που έκαναν κάτι καλό, κάτι μεγάλο, κάτι που άξιζε, κάτι. 

Το βιβλίο είναι γεμάτο χιούμορ, συγκίνηση, όμορφες ιστορίες και αξιομνημόνευτες σκέψεις (υπογράμμιζα συνέχεια όσο το διάβαζα). Είναι γεμάτο ειλικρίνεια, και διδάσκει χωρίς διδακτισμό. Είναι γεμάτο θετική σκέψη. Ο Don δεν έχει πρόβλημα να τσαλακώσει την εικόνα του, εσωτερικά κι εξωτερικά. Μαθαίνουμε μαζί του.

Ο Don ήρθε σε πολύ καλή στιγμή, γιατί προχώρησε τις σκέψεις που ήδη έκανα. Ρούφηξα το βιβλίο του. Με άγγιξε πολύ και τον συστήνω ανεπιφύλακτα. 

Μια καλύτερη ιστορία, λέει ο Don. Ζήσε μια καλύτερη ιστορία. Κάνε κάτι που αξίζει. Θέλει προσπάθεια αλλά αξίζει τον κόπο.  

Και τώρα.. το κορίτσι μου ξύπνησε. Πρέπει να κλείσω, να γυρίσω κοντά της. Θέλω να κλείσω, να γυρίσω κοντά της. Έχουμε τόσα να κάνουμε, όμορφα πράγματα που μέχρι το τέλος της μέρας θα έχουν γίνει όμορφες αναμνήσεις. Το πάρκο μας περιμένει, το καλοκαίρι μας περιμένει. Αυτό που αξίζει δεν είναι ανάγκη να είναι μεγάλο.

Θα είμαστε μαζί, και θ' αγαπιόμαστε. 
Και θα προσπαθούμε να κάνουμε τη μέρα μας μια πιο όμορφη ιστορία.
Καλό καλοκαίρι! 





quotes...

Σωστός ο Όσκαρ... 

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Το Αρτεμάκι

Τον ανακάλυψε η Χαρά, όταν πήγαινε νομίζω ακόμα δημοτικό. Τον ερωτεύτηκε τρελά και τον αποκαλούσε "το Αρτεμάκι". Γελούσα μαζί της και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα γι' αυτόν. Δεν έχω ιδέα γιατί. 

Ξεκίνησα το πρώτο βιβλίο του πριν μερικά χρόνια, μια μέρα που ήμουν άρρωστη στο κρεβάτι, και πάλι δεν μου κάθησε καλά. Αγγλικά και πυρετός σαράντα δε δουλεύουν πολύ καλά μαζί, και δεν κατάλαβα τίποτα. Παρόλα αυτά, συνέχισα να διαβάζω ως το τέλος, ούτε που ξέρω γιατί. Τον ξανάπιασα το προ-περασμένο καλοκαίρι, έγκυος και με πολύ ελεύθερο χρόνο. Τον κατάλαβα και με διασκέδασε.   Το βιβλίο ήταν περιπετειώδες, γρήγορο κι αστείο. Το διάβασα, και μετά το ξέχασα.

Πριν λίγο καιρό, έτσι χωρίς λόγο, αποφάσισα να διαβάσω το δεύτερο βιβλίο. 
Κόλλησα! Διάβαζα το Αρτεμάκι με μανία. Πήρα και το τρίτο βιβλίο, το τέλειωσα γρήγορα. Ετοιμάζομαι ν' αρχίσω το τέταρτο. 
Να σας πω κάτι; Δεν ξέρω γιατί ασχολούμαι μαζί του. Δεν είναι και τόσο καλό παιδί. Και σίγουρα δεν είναι ο τύπος μου. 
Ευφυής, δε λέω. Αλλά παραείναι εγωιστής. Έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και νομίζει πως τα ξέρει όλα. Ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο. Και άπληστος είναι. Αδίστακτος, θα έλεγα. Και εντελώς έξω απ' τον κόσμο μου.
Είναι, πώς το λένε... Για να το θέσω ευγενικά... Πολύ της τεχνολογίας.

Ο Αρτέμης Φάουλ (Άρτεμις στο πρωτότυπο αλλά φαντάζεστε να μετέφραζαν στα ελληνικά το όνομα του αγοριού Άρτεμις; άντε μετά να πάρεις στα σοβαρά το νεαρό εγκληματία), είναι απόγονος της μεγάλης δυναστείας των Φάουλ, όνομα και πράγμα. Ο πατέρας του, καλό κουμάσι κι αυτός, έχει εξαφανιστεί, κι ο γιος μηχανεύεται ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο για να αποκαταστήσει την περιουσία της οικογένειας. Ένα σχέδιο που απειλεί να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των ειδών, αφού ο έξυπνος έχει βάλει στο μάτι το ίδιο το χρυσάφι των ξωτικών...  

Χαμένος στους υπολογιστές του και στις μηχανορραφίες του, με το Μπάτλερ, τον πιστό του σωματοφύλακα, για μοναδικό του φίλο, ο Αρτέμης σχεδιάζει από το μέγαρο της οικογένειας Φάουλ την απαγωγή ενός ξωτικού. Στο μεταξύ, κάτω από το έδαφος, ένας ολόκληρος πολιτισμός ανθίζει, πολύ πιο προηγμένος από το δικό μας. Και η ανυπάκουη Χόλι, το ξωτικό που ανέλαβε μια ειδική αποστολή κι έτυχε να βρεθεί στο δρόμο του Αρτέμη την κατάλληλη στιγμή, πέφτει θύμα του και ξεκινάει αυτή την απίστευτη περιπέτεια που τελειωμό δεν έχει, γιατί ο Αρτέμης είναι και ανακατωσούρας και δε βρίσκει ησυχία...
Και φυσικά ξέχασα να πω το βασικότερο: Όταν η ιστορία ξεκινάει, ο Αρτέμης είναι δώδεκα χρονών. 
Στο δεύτερο βιβλίο, ξεκινάει μια αποστολή στην Αρκτική για να σώσει τον πατέρα του απ' τη ρώσικη μαφία. Στο τρίτο, κατασκευάζει ένα σούπερ μικρο-υπολογιστή με την τεχνολογία των ξωτικών, και (ο αθεόφοβος) προσπαθεί να βγάλει λεφτά απ' αυτόν. Όταν όλα (μα όλα) πάνε στραβά, θα χρειαστεί τη βοήθεια των ξωτικών για να τα βγάλει πέρα...Και, φυσικά, θα τα καταφέρει!
Εδώ βρισκόμαστε λοιπόν. Υπάρχει το τέταρτο βιβλίο:
Κι έπειτα το πέμπτο:
Το έκτο, το έβδομο:
 Και αναμένεται το όγδοο, που ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει:
Δεν είμαι λοιπόν ακόμα ούτε στα μισά. Αλλά έχω πρόθεση να συνεχίσω.
Να είναι τα μαγικά πλάσματα; Οι περιπέτειες; Τ' αστεία; Να είναι το γεγονός ότι η ιστορία είναι πρωτότυπη, πραγματικά πρωτότυπη; Ή μήπως το γεγονός ότι το Αρτεμάκι, παρά την ψυχρή ευφυία του και τα χιλιάδες ελαττώματά του, κατά βάθος είναι απλώς ένα παιδί;

Αυτός ήταν λοιπόν ο Αρτέμης Φάουλ. Μια μικρή γεύση. Γιατί αυτό ακριβώς έχω πάρει κι εγώ.
Θα συνεχίσω...

Δείτε το Αρτεμάκι στο επίσημο site του εδώ.



Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Χαρούμενοι ήχοι!

Είχαμε βαρεθεί τα παλιά της βιβλία. Τα διαβάζαμε κάθε μέρα. Και όχι, δεν εννοώ ότι τα είχα βαρεθεί εγώ.

Μπήκαμε στο βιβλιοπωλείο να διαλέξουμε κάτι καινούργιο, κι αναρωτιόμουν τι μπορεί να υπήρχε λίγο διαφορετικό και ταυτόχρονα όχι πολύ προχωρημένο για την ηλικία της. Και ταυτόχρονα όμορφο, χωρίς κακόγουστα σχέδια. Με κείμενο που θα ξεπερνούσε τις δυο λέξεις ανά σελίδα (είναι... μεγάλο κορίτσι πια!..), αλλά και δεν θα την κούραζε με την ακατανόητη φλυαρία του. Ζητάμε πολλά; 

Ίσως και ναι. Αλλά, αυτή τη φορά τουλάχιστον, οι απαιτήσεις μας ικανοποιήθηκαν. 

Βρήκαμε αυτό:


Όχι, δεν το βρήκαμε εμείς. Ένας μπαμπάς που στεκόταν δίπλα μας στο βιβλιοπωλείο το άνοιξε μ' ενθουσιασμό μπροστά στο καροτσάκι με τα δίδυμα μωρά του, και το κοριτσάκι γούρλωσε τα μάτια κι έμεινε να κοιτάζει εκστασιασμένο, "κοίτα", είπε ο μπαμπάς, οι αγαπημένοι σου στα ελληνικά", κοίταξα κι εγώ να δω ποιοί ήταν οι αγαπημένοι ενός μωρού, μπας και πάρουμε καμιά ιδέα, και τι να δω! Ένα βιβλίο pop-up, αλλά τι βιβλίο! Μιλάμε για υπερπαραγωγή. Τεράστιες φιγούρες πετάγονται από κάθε σελίδα, αστείοι ήχοι τις συνοδεύουν, κι ένα κείμενο-ποιηματάκι περιγράφει το εργαστήριο των ρομπότ, όπου το καθένα κάνει τα δικά του. Ζωηρά χρώματα, όμορφα, μεγάλα σχέδια. Καλόγουστα επίσης. Υπέροχο! Δεν χωρούσε δισταγμός. Το ψάξαμε στο ράφι, το πήραμε και φύγαμε! 

Είναι του Ντέρεκ Μάθιους, σειρά Χαρούμενοι ήχοι, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τον Πατάκη. Ρομπότ, Χριστούγεννα, Κατοικίδια, στο Διάστημα, Αγρόκτημα, στο Δρόμο, Ζούγκλα, είναι μερικοί από τους τίτλους της σειράς Snappy Sounds, που απ' ό,τι φαίνεται κάνουν θραύση και στο εξωτερικό. Και πώς να μην κάνουν; Μιλάμε για εντυπωσιακό πράγμα, όχι αστεία. 

Τα Ρομπότ είχαν από την πρώτη στιγμή επιτυχία με τη Σταυρούλα. Είναι ένα βιβλίο που το παρακολουθεί μ' ενδιαφέρον, που την κάνει και γελάει, που μου το δίνει μόνη της να της το διαβάσω.  Η αγαπημένη της εικόνα-ήχος είναι τα ρομποτομωράκια (γιατί άραγε;...). Κάθε φορά υποδέχεται τη σελίδα τους μ' ένα μεγάλο, μεγάλο χαμόγελο.

Χμ, και το μειονέκτημα: Την πρώτη φορά που το ανοίξαμε στο σπίτι, στην πρώτη σελίδα, ο Γρανάζης (το πρώτο ρομπότ) έχασε ένα κομμάτι από το χέρι του. Ήταν αναμενόμενο, ήμουν προετοιμασμένη, αλλά τον γράπωσε με τέτοια ταχύτητα που δεν πρόλαβα να τον σώσω. Ο ενθουσιασμός, βλέπετε. Είναι δεκαέξι μηνών. Τώρα το διαβάζουμε από απόσταση. Κάθεται εκείνη στο καρεκλάκι της για να φάει, κάθεται και το βιβλίο απέναντι σε μια καρέκλα. Κάθομαι κι εγώ στο πάτωμα και γυρνάω τις σελίδες. Για την ώρα το σχέδιο δουλεύει. Για να δούμε πόσο θα κρατήσει...

Έτσι, μετά από λίγες μέρες, και μετά την επιτυχία των Ρομπότ, ψάξαμε και βρήκαμε αυτό:


Ο πύραυλος στην πρώτη σελίδα προκαλεί παραλήρημα ενθουσιασμού, τα βήματα στη Σελήνη ρυθμικό χορό. Βρήκαμε τα καινούργια αγαπημένα βιβλία μας!

Υ.Σ. Χτες πάλι ήθελε να πιάσει τα ρομπότ. Βρε λες; σκέφτομαι. Της έδωσα το βιβλίο σιγά-σιγά, της εξήγησα ότι δεν πρέπει να πονέσει το χεράκι του Γρανάζη, άγγιξε την εικόνα απαλά, με κοίταξε (βρε λες; ξανασκέφτομαι), κι ύστερα... χραπ! τον γράπωσε πάλι, γρήγορα, πριν προλάβω να αντιδράσω, μ' ένα χεράκι σαν τανάλια κι ένα γέλιο πονηρό. "Το σκίζεις, το σκίζεις!" φώναξα ενώ εκείνη γελούσε, κι έτσι ο Γρανάζης έχασε άλλο ένα κομμάτι απ' το χέρι του.
Υ.Σ 2 Μετά είδε που την κοίταξα στενοχωρημένα κι ήθελε να το κολλήσει. Πήραμε σελοτέιπ κι ούτε γάτα ούτε ζημιά...
Υ.Σ. 3 Γέλιο όμως! Προσποίηση και γέλιο που κατάφερε να με ξεγελάσει! Αρχίσαμε από τώρα να με κοροϊδεύει... Μεγαλώνει...

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η προφητεία της πέτρας

Κάτι οι διακοπές, κάτι τα ταξίδια, κάτι η καινούργια συνήθεια της Σταυρούλας να κοιμάται αργά σε σημείο που να κουτουλάω εγώ πρώτη απ' τη νύστα, πέρασε καιρός χωρίς να γράψω λέξη.
Όμως ήταν και το άλλο. Τον ελεύθερο χρόνο που είχα, ήθελα απλώς να διαβάζω. Να κουλουριάζομαι μ' ένα βιβλίο και να νιώθω την ικανοποίηση να βλέπω την ιστορία να προχωράει χωρίς να νυστάζω στη δεύτερη σελίδα.
Και ναι, με περηφάνια δηλώνω ότι το έκανα. 
Αυτό το Πάσχα τελείωσα τρία μυθιστορήματα. Όχι κι άσχημο σκορ για τα τωρινά δεδομένα μου. 
(applause)

Σήμερα θα γράψω για το τελευταίο βιβλίο, αυτό που τελείωσα προχτές. Να το:

 Χρόνια το έβλεπα στη βιβλιοθήκη της αδερφής μου, δώρο μιας θείας μας κάποιο Πάσχα καλή ώρα, "πολύ παιδικό" με προειδοποίησε η Χαρά, εγώ ήθελα να του δώσω μια ευκαιρία. 
Ήθελα ένα βιβλίο φαντασίας. Μαγεία και άλλοι κόσμοι μου έκλειναν το μάτι απ' το οπισθόφυλλο. Η περίληψη πάνω-κάτω υποσχόταν τις περιπέτειες τριών κοριτσιών που στα δέκατα τέταρτα γενέθλιά τους ανακαλύπτουν πως είναι υιοθετημένες, τους δίνεται από μια μαγική πέτρα και αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους σ' ένα ταξίδι για ν' αναζητήσουν το πεπρωμένο τους. Τι άλλο να ζητούσα; 

Στο ξεκίνημα, το γράψιμο με ξένισε λίγο. Είχε κάτι το σχεδόν ανεπαίσθητα περίεργο, μια υποψία ανωριμότητας. Οι χαρακτήρες των κοριτσιών, επίσης, μου φάνηκαν λίγο παράξενοι. Η Νεφρίτη, το σνομπ και φαντασμένο πλουσιοκόριτσο, ήταν απλά... πώς να το πώ: κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά, απόλυτα φαντασμένη. Η Ηλέκτρα, που μεγάλωσε στο χωριό, ήταν εντελώς καλή και γλυκιά, η Οπάλη τελείως εσωστρεφής και ψυχρή. Με φράσεις που ζητούσαν κάπως κραυγαλέα να το αποδείξουν.

Κάπου εκεί ξανακοίταξα τη φωτογραφία της συγγραφέως -πολύ νέα, μου είχε φανεί αρχικά γύρω στα δεκαεννιά-είκοσι- κι άνοιξα το Google στον υπολογιστή να ψάξω γι' αυτήν. Ήμουν ακόμη στην αρχή του βιβλίου, όμως είχε αρχίσει να μου θυμίζει έντονα τις προσπάθειες που έκανα να γράψω μυθιστόρημα όταν ήμουν γύρω στα δεκατέσσερα-δεκαπέντε, παρέα με τη φίλη μου τη Γιάννα, τρία χρόνια μικρότερή μου. Όχι ένα μυθιστόρημα, όχι δύο, αλλά πολλά η καθεμιά μας, σελίδες επί σελίδων φρέσκιας παιδικής-εφηβικής φαντασίας. Κι ενθουσιασμού. Και σκληρής, σκληρής δουλειάς. Ατέλειωτη σκέψη τις ώρες των βαρετών μαθημάτων στο σχολείο, σημειώσεις στα περιθώρια, ατέλειωτες ώρες πληκτρολόγησης στον υπολογιστή, με ανταμοιβή την ευτυχία που νιώθαμε όταν δίναμε η μία στην άλλη τις σελίδες μας να τις διαβάσει, όταν συζητούσαμε με τις ώρες για τις ιστορίες μας. Αγαπούσαμε ειλικρινά τους ήρωές μας, σαν να υπήρχαν στ' αλήθεια. Μιλούσαμε γι' αυτούς με τρυφερότητα και φροντίζαμε το μέλλον τους. Όταν μας έπιανε η απογοήτευση και μισούσαμε για λίγο τα βιβλία μας (εκεί γύρω στη μέση της κάθε ιστορίας) και σκεφτόμασταν να τα παρατήσουμε, εμψύχωνε η μία την άλλη και τη βοηθούσε να βρει ιδέες για να συνεχίσει. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν υπήρχε καμία απασχόληση εκείνα τα χρόνια που να την αγαπούσα και να την απολάμβανα περισσότερο.

Τα βιβλία μας, φυσικά, δεν ήταν τίποτα αριστουργήματα της λογοτεχνίας. Είχαν αναγκαία απαίδευτο γράψιμο, απλοϊκές ιστορίες, κι ήρωες απόλυτους, σχεδόν μονοδιάστατους, που έμοιαζαν με τα παιδιά που ήμασταν ή τα παιδιά που θα θέλαμε να ήμασταν. Επεισόδια και χαρακτήρες που καθρέφτιζαν τα βιβλία που διαβάζαμε, τις ταινίες που βλέπαμε και την έλλειψη εμπειρίας μας απ' τη ζωή. Όμως ήταν δικά μας, καταδικά μας, και τ' αγαπούσαμε (έχω χρησιμοποιήσει τη λέξη αγαπώ τρεις φορές μέσα σε λίγες σειρές αλλά το βρίσκω στ' αλήθεια απαραίτητο). Αγαπούσαμε όχι μόνο αυτά που γράφαμε οι ίδιες αλλά και η μία της άλλης, σαν μωρά που τα μεγαλώσαμε μαζί, ή που, πολύ περισσότερο, τα βοηθήσαμε να γεννηθούν.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Θα εξηγηθώ. Τα λέω γιατί, μετά από τόσα χρόνια, έρχεται η Προφητεία της πέτρας της Φλάβια Μπυζόρ, κι έτσι αόριστα, από την αρχή κιόλας, μου θυμίζει αυτά τα βιβλία, τα παιδικά κι αγαπημένα. Έχει πάνω-κάτω τα χαρακτηριστικά που έλεγα πιο πάνω, εκτός απ' την απλοϊκότητα της ιστορίας. Η Νεφρίτη πιο πολύ απ' όλες τις ηρωίδες μοιάζει με χαρακτήρα που θα μπορούσε να τον έχει γράψει η Γιάννα- μοιάζει μ' έναν απ' τους χαρακτήρες που έγραψε η Γιάννα. Διαβάζω τις ατάκες της Νεφρίτης και σαστίζω, και νιώθω μια δυσπιστία και χαμογελάω, και δεν μπορώ παρά ν' ανοίξω το Google, και... έκπληξη!! Ανακαλύπτω πως η Φλάβια Μπυζόρ όταν έγραψε το βιβλίο της ήταν δώδεκα χρονών.



Συνέχισα την ανάγνωση με μεγαλύτερη επιείκεια, που σιγά σιγά μετατράπηκε σε θαυμασμό. Όχι, το βιβλίο δε μοιάζει να γράφτηκε από παιδί. Χρειάζεται πολύ εξασκημένο μάτι για να το καταλάβεις.

Είναι ένα μυθιστόρημα γρήγορο κι ενδιαφέρον ως το τέλος, μια παρέλαση επεισοδίων που δεν σε αφήνει να βαρεθείς. Έχει δράση, έρωτα, περιπέτεια, μαγεία. Έχει θλίψη, αγωνία και χαρούμενο τέλος. Καθώς φαίνεται, η μικρή είχε διαβάσει πολλήηηη λογοτεχνία του φανταστικού. Το πλήθος και η ποικιλία των χαρακτήρων με κάνει να της βγάζω το καπέλο. Τα πλάσματα και τα τοπία που περιγράφει μ' έκαναν να πιστέψω στον κόσμο της. Οι ηρωίδες της, αν και κάπως μονοδιάστατες, είναι συμπαθητικές κι ως το τέλος με κέρδισαν όλες. Κι όλη η ιστορία είναι πολύ έξυπνα δοσμένη σαν το όνειρο ενός άρρωστου κοριτσιού στο νοσοκομείο, στο Παρίσι του 2002.

Διάβασα πολλές κακές κριτικές του βιβλίου από αναγνώστες στο amazon. Πολλές, και πολύ κακές. Και διάβασα κι άλλες, πιο πολύ από παιδιά, εντελώς ενθουσιώδεις. Και το θέμα είναι ότι, λίγο-πολύ, συμφωνώ με όλες! Ναι, τα βλέπω τα ελαττώματα του βιβλίου. Όμως, εντελώς αντικειμενικά, και ακόμα κι αν ξεχάσουμε πως για ένα δωδεκάχρονο η συγγραφή ενός τέτοιου έργου είναι επίτευγμα, εμένα απλά... μου άρεσε. Ναι, απλούστατα, μου άρεσε. Μπορεί, όπως λένε, οι χαρακτήρες της Φλάβια να μην έχουν βάθος, πολυπλοκότητα κι εξέλιξη. Μπορεί και η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας της να βασίζεται στις συμπτώσεις. Μπορεί όντως κάποια πρόσωπα ή επεισόδια να απηχούν υπερβολικά τα διαβάσματά της, σε σημείο που να αναγνωρίζεις τον παραλληλισμό (εγώ δεν ξέρω, δεν είμαι ειδήμονας στη λογοτεχνία του φανταστικού για να κρίνω τις επιρροές της). Μπορεί οι έρωτες με την πρώτη ματιά να μην είναι πιστευτοί έτσι όπως τους παρουσιάζει. Αλλά, σκέφτομαι τώρα, αν αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά που αρμόζουν σε σοβαρό μυθιστόρημα, είναι σίγουρα χαρακτηριστικά των παλιών παραμυθιών. Όλα μα όλα. Και η πρωτόγονη φαντασία των παλιών παραμυθιών, η απλότητά τους, δεν έχει και μεγάλη σχέση με την προσεγμένη τελειότητα της ιστορίας ενός φτασμένου συγγραφέα. Αντίθετα, έχει πιο μεγάλη συνάφεια με την ακατέργαστη, φρέσκια φαντασία ενός παιδιού. Με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται εκείνο τα πράγματα.

Η αδερφή μου ήταν παιδί όταν πρωτοδιάβασε την Προφητεία της Πέτρας. Δεν θυμάται τίποτα να της είχε φανεί παράξενο.