Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Μαίρη Πόπινς!

Σήμερα, ανεπίσημα και απροειδοποίητα, ήρθε στη Θεσσαλονίκη η άνοιξη. Ήταν το πρώτο πρωινό αληθινά ζεστό και καθαρό, το πρώτο ήσυχο και γελαστό απόγευμα.
Ξέρω πως θα ξανάρθουν κρύες μέρες, μα κάθε χρόνο περιμένω αυτή την πρώτη μέρα της άνοιξης.

Καταλαβαίνεις την άνοιξη όταν έρχεται. Υπάρχει μια αλλαγή στον αέρα.
Μια ηρεμία.
Μια απροσδιόριστη ελαφρότητα.
Σαν ένα βάρος που σηκώνεται απαλά, ένα βάρος που ούτε ήξερες πως υπήρχε.

Γιορτάσαμε την πρώτη μέρα της άνοιξης με μια μεγάλη πρωινή βόλτα. Βγάλαμε τα μπουφάν μας και περπατήσαμε κάτω απ' τον ήλιο, η μαμά μου, η κόρη μου κι εγώ. Πήγαμε στην παιδική χαρά που ήταν πιο γεμάτη από ποτέ και παίξαμε μέχρι τελικής πτώσεως. Κούνιες, τσουλήθρα, τρεχαλητά (όσο μπορεί να τρέξει ένα μωρό που έμαθε να περπατάει πριν τρεις βδομάδες), αγκαλιές σε παιδάκια, επίθεση στα παιχνίδια των παιδιών, βόλτα με το πατίνι ενός μπόμπιρα, κι άλλη κούνια, τάισμα περιστεριών, αλογάκι, κι άλλη τσουλήθρα, κι άλλα τρεχαλητά... Φύγαμε σε κατάσταση ημιλιπόθυμη απ' την κούραση (αγκαλιά και θηλάζοντας με μισόκλειστα βλέφαρα) αλλά με κατακόκκινα μάγουλα, ιδρωμένα μαλλιά και βαθιά ικανοποιημένες, που αξιοποιήσαμε στο έπακρο το πρωινό μας και τιμήσαμε την άνοιξη.

Τα 4 πρώτα βιβλία της σειράς
Τώρα, με τη γλυκιά κούραση μιας τέτοιας ανοιξιάτικης βόλτας να με τυλίγει δεν μπορώ παρά να γράψω δυο λόγια για ένα βιβλίο που μυρίζει άνοιξη, πάνω στο οποίο βασίστηκε μια ταινία που μυρίζει άνοιξη, τουλάχιστον για μένα. Τη Μαίρη Πόπινς. Θα μου πείτε, γιατί άνοιξη; Δεν ξέρω. Χαζοί λόγοι. Ίσως γιατί την ταινία (από εκεί γνώρισα τη Μαίρη Πόπινς) την είδα πρώτη φορά Πάσχα. Ίσως γιατί είναι ένα βιβλίο για νταντάδες και βόλτες στο πάρκο και βόλτες στ' αστέρια και λούνα παρκ που ζωντανεύουν και μαγεία και όνειρα. Ίσως γιατί αυτή τη νταντά-μάγισσα την έφερε στο Λονδίνο, στην οδό των Κερασιών, στο σπίτι των Μπανκς, ο ανατολικός άνεμος. Όμως είναι γεγονός. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, για μένα η Μαίρη Πόπινς είναι χαρακτήρας της άνοιξης.





Πάμελα Τράβερς
Δημιουργός της είναι η Πάμελα Τράβερς (αληθινό όνομα Helen Goff-άσχετο και η άχρηστη πληροφορία της ημέρας) και οι περιπέτειές της εκτείνονται σε 8 βιβλία. Έχω τα 5 που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ποταμός (για την ακρίβεια τα 6, αφού το πέμπτο και το έκτο είναι μαζί σε έναν τόμο):
Μαίρη Πόπινς
Η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει
Η Μαίρη Πόπινς ανοίγει την πόρτα
Η Μαίρη Πόπινς στο Πάρκο
Η Μαίρη Πόπινς στην οδό των Κερασιών
Η Μαίρη Πόπινς και στο διπλανό σπίτι.
(Κλικ εδώ για όλες τις εκδόσεις της Μαίρη Πόπινς που κυκλοφορούν στα ελληνικά!)
Στα πρώτα τρία βιβλία, η Μαίρη Πόπινς έρχεται, αναλαμβάνει το ρόλο της νταντάς, ζει κάποιες περιπέτειες με τα παιδιά και φεύγει. Τα υπόλοιπα απλώς εξιστορούν κι άλλες περιπέτειες από τις τρεις αυτές επισκέψεις της, αφού η ίδια η συγγραφέας δήλωσε: "δεν μπορεί να έρχεται και να φεύγει για πάντα".

Μαίρη και Μπερτ, στην ταινία

Τα διάβασα πριν αρκετά χρόνια, μαζεμένα και αφού είχα δει την ταινία του 1964, με τη λατρεμένη μου Τζούλι Άντριους στον ομώνυμο ρόλο. Την ταινία τη λάτρευα, και στην αρχή τα βιβλία με χάλασαν λίγο. Όχι γιατί δεν είχαν και πολύ μεγάλη σχέση με τις περιπέτειες της ταινίας (αυτό είναι δα πολύ συχνό στις μεταφορές), ούτε γιατί ξαφνικά από δύο τα παιδιά των Μπανκς έγιναν πέντε (ναι, ήταν πέντε, τα δυο μωρά δίδυμα!), αλλά γιατί ο χαρακτήρας της Μαίρης Πόπινς, που την αγαπούσα τόσο... αααχ, ο χαρακτήρας της Μαίρης Πόπινς... Ε, λοιπόν, στα βιβλία παρουσιάζεται πολύ πιο αυστηρός, λιγότερο ευγενικός και καλοσυνάτος, και ΛΙΓΑ λέω.


Ω ναι, αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Η Μαίρη Πόπινς των βιβλίων δεν είναι γλυκιά και τρυφερή. Μαλώνει τα παιδιά, τα ειρωνεύεται, ρουθουνίζει, μιλάει απότομα και έχει μόνιμα στο πρόσωπό της μια περιφρονητική-επικριτική έκφραση. Στην αρχή δεν μπορούσα να το συγχωρέσω στην κυρία Τράβερς -και να σκεφτεί κανείς ότι στο δικό της μυαλό γεννήθηκε ο χαρακτήρας. Τη σ*%#$α!!! σκεφτόμουν έξω φρενών την ώρα που διάβαζα (για την Πόπινς το σκεφτόμουν, όχι για την Τράβερς), πώς είναι δυνατόν να φέρεται έτσι στα κακόμοιρα τα παιδιά; Και είναι δυνατόν αυτά, παρόλα αυτά, να την αγαπάνε; Δυσπιστία. Όμως ήταν δυνατόν. Τα παιδιά την αγαπάνε και καθώς συνεχίζω να διαβάζω, μαθαίνω να την αγαπάω κι εγώ. Γιατί η νταντά τους είναι μάγισσα. Κοντά της τα αντικείμενα ζωντανεύουν, η βαρύτητα καταρρίπτεται, τα ζώα μιλούν. Στο πρώτο βιβλίο πάει τα παιδιά ταξίδι το γύρο του κόσμου, κάνουν πάρτι τσαγιού στο ταβάνι και γενεθλίων στο ζωολογικό κήπο, βλέπουν αστέρια από μελόψωμο να κολλιούνται στον ουρανό. Στο τρίτο μιλούν μ' ένα άγαλμα που ζωντανεύει και κάνουν γιορτή κάτω απ' τη θάλασσα. Κι άλλα τέτοια. Κι ας μην το παραδέχεται ποτέ. Ο ουρανός δεν είναι όριο για τη Μαίρη Πόπινς. Οι περιπέτειες που ζουν τα παιδιά μαζί της μοιάζουν με όνειρα. Είναι παρατραβηγμένες και χωρίς λογική. Είναι παραμυθένιες.

Δεύτερος και πιο σημαντικός λόγος για να την αγαπήσουμε παρά την ιδιοτροπία της, η Μαίρη Πόπινς των βιβλίων μπορεί να φαίνεται κακιά, αλλά δεν είναι. Ξέρει πότε να μιλήσει απαλά. Ξέρει πότε να κοιτάξει τρυφερά. Σπουδαία τα λάχανα, θα μου πείτε, όταν σε ολόκληρο το βιβλίο μας έχει ταράξει στα ρουθουνίσματα. Όμως για τα παιδιά φαίνεται να είναι αρκετό. Είναι ένας ώμος πάνω στον οποίο μπορείς να κοιμηθείς όταν κουραστείς. Μπορεί να χειριστεί μια κρίση και είναι πάντα εκεί -χμ, εκτός απ' όταν φεύγει. Και τις στιγμές που φεύγει, τότε είναι που φαίνεται πως στ' αλήθεια στενοχωριέται, πως στ' αλήθεια αγαπάει τα παιδιά. Οι στιγμές που φεύγει είναι σχεδόν συγκινητικές. Σβήστε το σχεδόν. Και καταλήγω πως η Μαίρη Πόπινς των βιβλίων απλώς δεν είναι τόσο... εκδηλωτική. Εντάξει, πολλοί άνθρωποι δεν είναι. Στο τέλος-τέλος, την έχω συγχωρέσει κι ας μην συγκρίνεται μ' αυτή τη γλυκιά φατσούλα:


Julie Andrews

Το αγαπημένο μου βιβλίο είναι, νομίζω, το τρίτο: Η Μαίρη Πόπινς ανοίγει την Πόρτα. Οι ιστορίες του είναι πολύ όμορφες, ειδικά το Μαρμάρινο Αγόρι. Το μικρό άγαλμα που λέει στα παιδιά την ιστορία του με ακολουθεί χρόνια. Νομίζω πως το έχω δει στο Λονδίνο. Ή τουλάχιστον βρήκα κάποιο που του έμοιαζε, σ' ένα πράσινο πάρκο. Ακόμα, μου θυμίζει λιγάκι, πολύ λίγο, το αναιδέστατο αγαλματάκι στην πλατεία Ναυαρίνου, δίπλα στην παιδική χαρά που πήγαμε σήμερα. Από την πρώτη στιγμή που το είδα εδώ στη Θεσσαλονίκη το είχα σκεφτεί. Και σήμερα, που η μέρα ήταν λες και πηδήξαμε μέσα στη ζωγραφιά του Μπερτ....


.... και περνούσαμε δίπλα απ' τ' αγαλματάκι γυρίζοντας στο σπίτι, μέσα στη γλυκιά ευδαιμονία της ανοιξιάτικης λιακάδας, σκέφτηκα πάλι, για μια στιγμή, όπως κάθε φορά, το μικρό Νηλέα. Όχι, το αγαλματάκι του βιβλίου δεν είναι αναιδέστατο. Είναι όμως, σαν αυτό στο Ναυαρίνο, μικρούλι και θαλασσινό και πολύ μόνο, και κάποτε, τότε που διάβαζα πρώτη φορά τα βιβλία, το είχα δει στ' όνειρό μου. Το όνειρο δεν το θυμάμαι, έχει μείνει μόνο η αίσθησή του κάπως αόριστη. Ξέρω όμως πως ήταν πολύ γλυκό και θλιμμένο και γεμάτο αγάπη, και πως δεν ήθελα να ξυπνήσω.














 

1 σχόλιο:

  1. Δυστυχώς απέτυχε η δημοσίευση του προηγούμενου σχολίου. Το ξαναγράφω πιο συντομευμένο.
    Το κείμενο είναι εξαιρετικό! Συμφωνώ πρώτα απ΄όλα για την αίσθηση της πρώτης ανοιξιάτικης ημέρας. Μια αίσθηση ηρεμίας, ζεστού αέρα, γλύκας της γύρω ατμόσφαιρας. Κάτι τέτοιες ημέρες αισθάνεσαι πως η ζωή είναι ωραία. Και η Τζουλη ως Μαίρη Πόππινς σου μεταδίδει αυτή της αίσθηση της γλύκας της πρώτης ανοιξιάτικης ημέρας. Αχ! τέτοια πρόσωπα πώς γίνεται να γερνάνε, πώς γίνεται να χάνονται! Το βλέπεις και σε ξεκουράζει και σε ηρεμεί. Δεν ξέρω γαιτί η συγγραφέας έφτιαξε ένα πιο δύσκολο πρόσωπο στα βιβλία, παρότι απευθυνόταν σε παιδιά. Ευτυχώς η ταινία διάλεξε το ανοιξιάτικο πρόσωπο της Τζούλης. Την ταινία άλλωστε την έχουν δει σχεδόν όλοι και το χαρακτήρα που αποδίδει η Τζούλη γνωρίζουν ως Μαίρη Πόππινς, αφού παίχτηκε τόσες πολλές φορές από την τηλεόραση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή