Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Το Αρτεμάκι

Τον ανακάλυψε η Χαρά, όταν πήγαινε νομίζω ακόμα δημοτικό. Τον ερωτεύτηκε τρελά και τον αποκαλούσε "το Αρτεμάκι". Γελούσα μαζί της και ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα γι' αυτόν. Δεν έχω ιδέα γιατί. 

Ξεκίνησα το πρώτο βιβλίο του πριν μερικά χρόνια, μια μέρα που ήμουν άρρωστη στο κρεβάτι, και πάλι δεν μου κάθησε καλά. Αγγλικά και πυρετός σαράντα δε δουλεύουν πολύ καλά μαζί, και δεν κατάλαβα τίποτα. Παρόλα αυτά, συνέχισα να διαβάζω ως το τέλος, ούτε που ξέρω γιατί. Τον ξανάπιασα το προ-περασμένο καλοκαίρι, έγκυος και με πολύ ελεύθερο χρόνο. Τον κατάλαβα και με διασκέδασε.   Το βιβλίο ήταν περιπετειώδες, γρήγορο κι αστείο. Το διάβασα, και μετά το ξέχασα.

Πριν λίγο καιρό, έτσι χωρίς λόγο, αποφάσισα να διαβάσω το δεύτερο βιβλίο. 
Κόλλησα! Διάβαζα το Αρτεμάκι με μανία. Πήρα και το τρίτο βιβλίο, το τέλειωσα γρήγορα. Ετοιμάζομαι ν' αρχίσω το τέταρτο. 
Να σας πω κάτι; Δεν ξέρω γιατί ασχολούμαι μαζί του. Δεν είναι και τόσο καλό παιδί. Και σίγουρα δεν είναι ο τύπος μου. 
Ευφυής, δε λέω. Αλλά παραείναι εγωιστής. Έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και νομίζει πως τα ξέρει όλα. Ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο. Και άπληστος είναι. Αδίστακτος, θα έλεγα. Και εντελώς έξω απ' τον κόσμο μου.
Είναι, πώς το λένε... Για να το θέσω ευγενικά... Πολύ της τεχνολογίας.

Ο Αρτέμης Φάουλ (Άρτεμις στο πρωτότυπο αλλά φαντάζεστε να μετέφραζαν στα ελληνικά το όνομα του αγοριού Άρτεμις; άντε μετά να πάρεις στα σοβαρά το νεαρό εγκληματία), είναι απόγονος της μεγάλης δυναστείας των Φάουλ, όνομα και πράγμα. Ο πατέρας του, καλό κουμάσι κι αυτός, έχει εξαφανιστεί, κι ο γιος μηχανεύεται ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο για να αποκαταστήσει την περιουσία της οικογένειας. Ένα σχέδιο που απειλεί να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των ειδών, αφού ο έξυπνος έχει βάλει στο μάτι το ίδιο το χρυσάφι των ξωτικών...  

Χαμένος στους υπολογιστές του και στις μηχανορραφίες του, με το Μπάτλερ, τον πιστό του σωματοφύλακα, για μοναδικό του φίλο, ο Αρτέμης σχεδιάζει από το μέγαρο της οικογένειας Φάουλ την απαγωγή ενός ξωτικού. Στο μεταξύ, κάτω από το έδαφος, ένας ολόκληρος πολιτισμός ανθίζει, πολύ πιο προηγμένος από το δικό μας. Και η ανυπάκουη Χόλι, το ξωτικό που ανέλαβε μια ειδική αποστολή κι έτυχε να βρεθεί στο δρόμο του Αρτέμη την κατάλληλη στιγμή, πέφτει θύμα του και ξεκινάει αυτή την απίστευτη περιπέτεια που τελειωμό δεν έχει, γιατί ο Αρτέμης είναι και ανακατωσούρας και δε βρίσκει ησυχία...
Και φυσικά ξέχασα να πω το βασικότερο: Όταν η ιστορία ξεκινάει, ο Αρτέμης είναι δώδεκα χρονών. 
Στο δεύτερο βιβλίο, ξεκινάει μια αποστολή στην Αρκτική για να σώσει τον πατέρα του απ' τη ρώσικη μαφία. Στο τρίτο, κατασκευάζει ένα σούπερ μικρο-υπολογιστή με την τεχνολογία των ξωτικών, και (ο αθεόφοβος) προσπαθεί να βγάλει λεφτά απ' αυτόν. Όταν όλα (μα όλα) πάνε στραβά, θα χρειαστεί τη βοήθεια των ξωτικών για να τα βγάλει πέρα...Και, φυσικά, θα τα καταφέρει!
Εδώ βρισκόμαστε λοιπόν. Υπάρχει το τέταρτο βιβλίο:
Κι έπειτα το πέμπτο:
Το έκτο, το έβδομο:
 Και αναμένεται το όγδοο, που ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει:
Δεν είμαι λοιπόν ακόμα ούτε στα μισά. Αλλά έχω πρόθεση να συνεχίσω.
Να είναι τα μαγικά πλάσματα; Οι περιπέτειες; Τ' αστεία; Να είναι το γεγονός ότι η ιστορία είναι πρωτότυπη, πραγματικά πρωτότυπη; Ή μήπως το γεγονός ότι το Αρτεμάκι, παρά την ψυχρή ευφυία του και τα χιλιάδες ελαττώματά του, κατά βάθος είναι απλώς ένα παιδί;

Αυτός ήταν λοιπόν ο Αρτέμης Φάουλ. Μια μικρή γεύση. Γιατί αυτό ακριβώς έχω πάρει κι εγώ.
Θα συνεχίσω...

Δείτε το Αρτεμάκι στο επίσημο site του εδώ.



Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Χαρούμενοι ήχοι!

Είχαμε βαρεθεί τα παλιά της βιβλία. Τα διαβάζαμε κάθε μέρα. Και όχι, δεν εννοώ ότι τα είχα βαρεθεί εγώ.

Μπήκαμε στο βιβλιοπωλείο να διαλέξουμε κάτι καινούργιο, κι αναρωτιόμουν τι μπορεί να υπήρχε λίγο διαφορετικό και ταυτόχρονα όχι πολύ προχωρημένο για την ηλικία της. Και ταυτόχρονα όμορφο, χωρίς κακόγουστα σχέδια. Με κείμενο που θα ξεπερνούσε τις δυο λέξεις ανά σελίδα (είναι... μεγάλο κορίτσι πια!..), αλλά και δεν θα την κούραζε με την ακατανόητη φλυαρία του. Ζητάμε πολλά; 

Ίσως και ναι. Αλλά, αυτή τη φορά τουλάχιστον, οι απαιτήσεις μας ικανοποιήθηκαν. 

Βρήκαμε αυτό:


Όχι, δεν το βρήκαμε εμείς. Ένας μπαμπάς που στεκόταν δίπλα μας στο βιβλιοπωλείο το άνοιξε μ' ενθουσιασμό μπροστά στο καροτσάκι με τα δίδυμα μωρά του, και το κοριτσάκι γούρλωσε τα μάτια κι έμεινε να κοιτάζει εκστασιασμένο, "κοίτα", είπε ο μπαμπάς, οι αγαπημένοι σου στα ελληνικά", κοίταξα κι εγώ να δω ποιοί ήταν οι αγαπημένοι ενός μωρού, μπας και πάρουμε καμιά ιδέα, και τι να δω! Ένα βιβλίο pop-up, αλλά τι βιβλίο! Μιλάμε για υπερπαραγωγή. Τεράστιες φιγούρες πετάγονται από κάθε σελίδα, αστείοι ήχοι τις συνοδεύουν, κι ένα κείμενο-ποιηματάκι περιγράφει το εργαστήριο των ρομπότ, όπου το καθένα κάνει τα δικά του. Ζωηρά χρώματα, όμορφα, μεγάλα σχέδια. Καλόγουστα επίσης. Υπέροχο! Δεν χωρούσε δισταγμός. Το ψάξαμε στο ράφι, το πήραμε και φύγαμε! 

Είναι του Ντέρεκ Μάθιους, σειρά Χαρούμενοι ήχοι, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τον Πατάκη. Ρομπότ, Χριστούγεννα, Κατοικίδια, στο Διάστημα, Αγρόκτημα, στο Δρόμο, Ζούγκλα, είναι μερικοί από τους τίτλους της σειράς Snappy Sounds, που απ' ό,τι φαίνεται κάνουν θραύση και στο εξωτερικό. Και πώς να μην κάνουν; Μιλάμε για εντυπωσιακό πράγμα, όχι αστεία. 

Τα Ρομπότ είχαν από την πρώτη στιγμή επιτυχία με τη Σταυρούλα. Είναι ένα βιβλίο που το παρακολουθεί μ' ενδιαφέρον, που την κάνει και γελάει, που μου το δίνει μόνη της να της το διαβάσω.  Η αγαπημένη της εικόνα-ήχος είναι τα ρομποτομωράκια (γιατί άραγε;...). Κάθε φορά υποδέχεται τη σελίδα τους μ' ένα μεγάλο, μεγάλο χαμόγελο.

Χμ, και το μειονέκτημα: Την πρώτη φορά που το ανοίξαμε στο σπίτι, στην πρώτη σελίδα, ο Γρανάζης (το πρώτο ρομπότ) έχασε ένα κομμάτι από το χέρι του. Ήταν αναμενόμενο, ήμουν προετοιμασμένη, αλλά τον γράπωσε με τέτοια ταχύτητα που δεν πρόλαβα να τον σώσω. Ο ενθουσιασμός, βλέπετε. Είναι δεκαέξι μηνών. Τώρα το διαβάζουμε από απόσταση. Κάθεται εκείνη στο καρεκλάκι της για να φάει, κάθεται και το βιβλίο απέναντι σε μια καρέκλα. Κάθομαι κι εγώ στο πάτωμα και γυρνάω τις σελίδες. Για την ώρα το σχέδιο δουλεύει. Για να δούμε πόσο θα κρατήσει...

Έτσι, μετά από λίγες μέρες, και μετά την επιτυχία των Ρομπότ, ψάξαμε και βρήκαμε αυτό:


Ο πύραυλος στην πρώτη σελίδα προκαλεί παραλήρημα ενθουσιασμού, τα βήματα στη Σελήνη ρυθμικό χορό. Βρήκαμε τα καινούργια αγαπημένα βιβλία μας!

Υ.Σ. Χτες πάλι ήθελε να πιάσει τα ρομπότ. Βρε λες; σκέφτομαι. Της έδωσα το βιβλίο σιγά-σιγά, της εξήγησα ότι δεν πρέπει να πονέσει το χεράκι του Γρανάζη, άγγιξε την εικόνα απαλά, με κοίταξε (βρε λες; ξανασκέφτομαι), κι ύστερα... χραπ! τον γράπωσε πάλι, γρήγορα, πριν προλάβω να αντιδράσω, μ' ένα χεράκι σαν τανάλια κι ένα γέλιο πονηρό. "Το σκίζεις, το σκίζεις!" φώναξα ενώ εκείνη γελούσε, κι έτσι ο Γρανάζης έχασε άλλο ένα κομμάτι απ' το χέρι του.
Υ.Σ 2 Μετά είδε που την κοίταξα στενοχωρημένα κι ήθελε να το κολλήσει. Πήραμε σελοτέιπ κι ούτε γάτα ούτε ζημιά...
Υ.Σ. 3 Γέλιο όμως! Προσποίηση και γέλιο που κατάφερε να με ξεγελάσει! Αρχίσαμε από τώρα να με κοροϊδεύει... Μεγαλώνει...

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η προφητεία της πέτρας

Κάτι οι διακοπές, κάτι τα ταξίδια, κάτι η καινούργια συνήθεια της Σταυρούλας να κοιμάται αργά σε σημείο που να κουτουλάω εγώ πρώτη απ' τη νύστα, πέρασε καιρός χωρίς να γράψω λέξη.
Όμως ήταν και το άλλο. Τον ελεύθερο χρόνο που είχα, ήθελα απλώς να διαβάζω. Να κουλουριάζομαι μ' ένα βιβλίο και να νιώθω την ικανοποίηση να βλέπω την ιστορία να προχωράει χωρίς να νυστάζω στη δεύτερη σελίδα.
Και ναι, με περηφάνια δηλώνω ότι το έκανα. 
Αυτό το Πάσχα τελείωσα τρία μυθιστορήματα. Όχι κι άσχημο σκορ για τα τωρινά δεδομένα μου. 
(applause)

Σήμερα θα γράψω για το τελευταίο βιβλίο, αυτό που τελείωσα προχτές. Να το:

 Χρόνια το έβλεπα στη βιβλιοθήκη της αδερφής μου, δώρο μιας θείας μας κάποιο Πάσχα καλή ώρα, "πολύ παιδικό" με προειδοποίησε η Χαρά, εγώ ήθελα να του δώσω μια ευκαιρία. 
Ήθελα ένα βιβλίο φαντασίας. Μαγεία και άλλοι κόσμοι μου έκλειναν το μάτι απ' το οπισθόφυλλο. Η περίληψη πάνω-κάτω υποσχόταν τις περιπέτειες τριών κοριτσιών που στα δέκατα τέταρτα γενέθλιά τους ανακαλύπτουν πως είναι υιοθετημένες, τους δίνεται από μια μαγική πέτρα και αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους σ' ένα ταξίδι για ν' αναζητήσουν το πεπρωμένο τους. Τι άλλο να ζητούσα; 

Στο ξεκίνημα, το γράψιμο με ξένισε λίγο. Είχε κάτι το σχεδόν ανεπαίσθητα περίεργο, μια υποψία ανωριμότητας. Οι χαρακτήρες των κοριτσιών, επίσης, μου φάνηκαν λίγο παράξενοι. Η Νεφρίτη, το σνομπ και φαντασμένο πλουσιοκόριτσο, ήταν απλά... πώς να το πώ: κατά κάποιο τρόπο υπερβολικά, απόλυτα φαντασμένη. Η Ηλέκτρα, που μεγάλωσε στο χωριό, ήταν εντελώς καλή και γλυκιά, η Οπάλη τελείως εσωστρεφής και ψυχρή. Με φράσεις που ζητούσαν κάπως κραυγαλέα να το αποδείξουν.

Κάπου εκεί ξανακοίταξα τη φωτογραφία της συγγραφέως -πολύ νέα, μου είχε φανεί αρχικά γύρω στα δεκαεννιά-είκοσι- κι άνοιξα το Google στον υπολογιστή να ψάξω γι' αυτήν. Ήμουν ακόμη στην αρχή του βιβλίου, όμως είχε αρχίσει να μου θυμίζει έντονα τις προσπάθειες που έκανα να γράψω μυθιστόρημα όταν ήμουν γύρω στα δεκατέσσερα-δεκαπέντε, παρέα με τη φίλη μου τη Γιάννα, τρία χρόνια μικρότερή μου. Όχι ένα μυθιστόρημα, όχι δύο, αλλά πολλά η καθεμιά μας, σελίδες επί σελίδων φρέσκιας παιδικής-εφηβικής φαντασίας. Κι ενθουσιασμού. Και σκληρής, σκληρής δουλειάς. Ατέλειωτη σκέψη τις ώρες των βαρετών μαθημάτων στο σχολείο, σημειώσεις στα περιθώρια, ατέλειωτες ώρες πληκτρολόγησης στον υπολογιστή, με ανταμοιβή την ευτυχία που νιώθαμε όταν δίναμε η μία στην άλλη τις σελίδες μας να τις διαβάσει, όταν συζητούσαμε με τις ώρες για τις ιστορίες μας. Αγαπούσαμε ειλικρινά τους ήρωές μας, σαν να υπήρχαν στ' αλήθεια. Μιλούσαμε γι' αυτούς με τρυφερότητα και φροντίζαμε το μέλλον τους. Όταν μας έπιανε η απογοήτευση και μισούσαμε για λίγο τα βιβλία μας (εκεί γύρω στη μέση της κάθε ιστορίας) και σκεφτόμασταν να τα παρατήσουμε, εμψύχωνε η μία την άλλη και τη βοηθούσε να βρει ιδέες για να συνεχίσει. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν υπήρχε καμία απασχόληση εκείνα τα χρόνια που να την αγαπούσα και να την απολάμβανα περισσότερο.

Τα βιβλία μας, φυσικά, δεν ήταν τίποτα αριστουργήματα της λογοτεχνίας. Είχαν αναγκαία απαίδευτο γράψιμο, απλοϊκές ιστορίες, κι ήρωες απόλυτους, σχεδόν μονοδιάστατους, που έμοιαζαν με τα παιδιά που ήμασταν ή τα παιδιά που θα θέλαμε να ήμασταν. Επεισόδια και χαρακτήρες που καθρέφτιζαν τα βιβλία που διαβάζαμε, τις ταινίες που βλέπαμε και την έλλειψη εμπειρίας μας απ' τη ζωή. Όμως ήταν δικά μας, καταδικά μας, και τ' αγαπούσαμε (έχω χρησιμοποιήσει τη λέξη αγαπώ τρεις φορές μέσα σε λίγες σειρές αλλά το βρίσκω στ' αλήθεια απαραίτητο). Αγαπούσαμε όχι μόνο αυτά που γράφαμε οι ίδιες αλλά και η μία της άλλης, σαν μωρά που τα μεγαλώσαμε μαζί, ή που, πολύ περισσότερο, τα βοηθήσαμε να γεννηθούν.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Θα εξηγηθώ. Τα λέω γιατί, μετά από τόσα χρόνια, έρχεται η Προφητεία της πέτρας της Φλάβια Μπυζόρ, κι έτσι αόριστα, από την αρχή κιόλας, μου θυμίζει αυτά τα βιβλία, τα παιδικά κι αγαπημένα. Έχει πάνω-κάτω τα χαρακτηριστικά που έλεγα πιο πάνω, εκτός απ' την απλοϊκότητα της ιστορίας. Η Νεφρίτη πιο πολύ απ' όλες τις ηρωίδες μοιάζει με χαρακτήρα που θα μπορούσε να τον έχει γράψει η Γιάννα- μοιάζει μ' έναν απ' τους χαρακτήρες που έγραψε η Γιάννα. Διαβάζω τις ατάκες της Νεφρίτης και σαστίζω, και νιώθω μια δυσπιστία και χαμογελάω, και δεν μπορώ παρά ν' ανοίξω το Google, και... έκπληξη!! Ανακαλύπτω πως η Φλάβια Μπυζόρ όταν έγραψε το βιβλίο της ήταν δώδεκα χρονών.



Συνέχισα την ανάγνωση με μεγαλύτερη επιείκεια, που σιγά σιγά μετατράπηκε σε θαυμασμό. Όχι, το βιβλίο δε μοιάζει να γράφτηκε από παιδί. Χρειάζεται πολύ εξασκημένο μάτι για να το καταλάβεις.

Είναι ένα μυθιστόρημα γρήγορο κι ενδιαφέρον ως το τέλος, μια παρέλαση επεισοδίων που δεν σε αφήνει να βαρεθείς. Έχει δράση, έρωτα, περιπέτεια, μαγεία. Έχει θλίψη, αγωνία και χαρούμενο τέλος. Καθώς φαίνεται, η μικρή είχε διαβάσει πολλήηηη λογοτεχνία του φανταστικού. Το πλήθος και η ποικιλία των χαρακτήρων με κάνει να της βγάζω το καπέλο. Τα πλάσματα και τα τοπία που περιγράφει μ' έκαναν να πιστέψω στον κόσμο της. Οι ηρωίδες της, αν και κάπως μονοδιάστατες, είναι συμπαθητικές κι ως το τέλος με κέρδισαν όλες. Κι όλη η ιστορία είναι πολύ έξυπνα δοσμένη σαν το όνειρο ενός άρρωστου κοριτσιού στο νοσοκομείο, στο Παρίσι του 2002.

Διάβασα πολλές κακές κριτικές του βιβλίου από αναγνώστες στο amazon. Πολλές, και πολύ κακές. Και διάβασα κι άλλες, πιο πολύ από παιδιά, εντελώς ενθουσιώδεις. Και το θέμα είναι ότι, λίγο-πολύ, συμφωνώ με όλες! Ναι, τα βλέπω τα ελαττώματα του βιβλίου. Όμως, εντελώς αντικειμενικά, και ακόμα κι αν ξεχάσουμε πως για ένα δωδεκάχρονο η συγγραφή ενός τέτοιου έργου είναι επίτευγμα, εμένα απλά... μου άρεσε. Ναι, απλούστατα, μου άρεσε. Μπορεί, όπως λένε, οι χαρακτήρες της Φλάβια να μην έχουν βάθος, πολυπλοκότητα κι εξέλιξη. Μπορεί και η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας της να βασίζεται στις συμπτώσεις. Μπορεί όντως κάποια πρόσωπα ή επεισόδια να απηχούν υπερβολικά τα διαβάσματά της, σε σημείο που να αναγνωρίζεις τον παραλληλισμό (εγώ δεν ξέρω, δεν είμαι ειδήμονας στη λογοτεχνία του φανταστικού για να κρίνω τις επιρροές της). Μπορεί οι έρωτες με την πρώτη ματιά να μην είναι πιστευτοί έτσι όπως τους παρουσιάζει. Αλλά, σκέφτομαι τώρα, αν αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά που αρμόζουν σε σοβαρό μυθιστόρημα, είναι σίγουρα χαρακτηριστικά των παλιών παραμυθιών. Όλα μα όλα. Και η πρωτόγονη φαντασία των παλιών παραμυθιών, η απλότητά τους, δεν έχει και μεγάλη σχέση με την προσεγμένη τελειότητα της ιστορίας ενός φτασμένου συγγραφέα. Αντίθετα, έχει πιο μεγάλη συνάφεια με την ακατέργαστη, φρέσκια φαντασία ενός παιδιού. Με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται εκείνο τα πράγματα.

Η αδερφή μου ήταν παιδί όταν πρωτοδιάβασε την Προφητεία της Πέτρας. Δεν θυμάται τίποτα να της είχε φανεί παράξενο.




Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Αδίκησα το γαργαληστή

Θυμάμαι πώς είναι να είσαι παιδί, μα δεν θυμάμαι πώς είναι να είσαι μωρό. Όταν ο κόσμος είναι ακόμα πολύ φρέσκος, κι η κάθε εμπειρία πρωτόγνωρη. Όταν δεν μπορείς να μιλήσεις, κι η αντίληψη των άλλων για σένα σε καθορίζει. Οι μεγάλοι μαντεύουν τι σκέφτεσαι, τι καταλαβαίνεις. Φαντάζονται ποιές είναι οι δυνατότητές σου, τα θέλω σου κι οι ανάγκες σου. Υποθέτουν, αλλά δεν ξέρουν, αλλά νομίζουν ότι ξέρουν. 

Αυτές τις μέρες στη Θεσσαλονίκη τρέχει μια υπέροχη σειρά εκδηλώσεων που λέγεται "Εαρινές μέρες βιβλιοθηκών". Στις βιβλιοθήκες της πόλης γίνονται ομιλίες και εκθέσεις με θέμα το βιβλίο, βιβλιοπαρουσιάσεις για μεγάλους και παιδιά, αφιερώματα σε συγγραφείς, προβολές, κουκλοθέατρα, και άλλα πολλά όμορφα. Δυστυχώς τα περισσότερα δεν είναι για την ηλικία μας (ορισμένων), ή δέχονται περιορισμένο αριθμό ατόμων, ή απλά συμβαίνουν πολύ πολύ μακριά (και μερικοί μερικοί δεν οδηγούμε ακόμα, αλλά εντάξει βρε, μικροί είμαστε, κι έχουμε μόνο εννιά χρόνια το δίπλωμα, σιγά σιγά θα συνηθίσουμε...)

Αλλά προχτές, αισίως, πήγαμε σε κάτι. Σε ένα απ' αυτά. Που ήταν και στην Κεντρική Βιβλιοθήκη (κοντά δηλαδή) και για μικρούς και χωρίς περιορισμό ατόμων. Ο γαργαληστής, του Δημήτρη Μπασλάμ, παρουσίαση του παραμυθιού από τον ίδιο το συγγραφέα και την ορχήστρα του. (Θυμάστε το Δημήτρη Μπασλάμ; Έχει γράψει το αγαπημένο βιβλίο της Σταυρούλας αυτό τον καιρό, εκείνο με το κόκκινο μπαλόνι, το Λέω να πετάξω. Είχα γράψει γι΄ αυτό εδώ.) 

 Στην αρχή ήμουν λίγο διστακτική, έλεγα πως δεν θα καταλαβαίνει, θα κάνει φασαρία, θα θέλει να τρέχει γύρω γύρω και να την κυνηγάω, θα ενοχλήσουμε τους άλλους και δεν θα έχει νόημα. Έπειτα σκέφτηκα πως θα έχει μουσική και παιδάκια, και η είσοδος είναι δωρεάν, και το πολύ πολύ να σηκωθούμε να φύγουμε βρε αδερφέ, αλλά ας πάμε μέχρι εκεί να δοκιμάσουμε και βλέπουμε. Κι έτσι πήγαμε μέχρι εκεί, κι εκεί που κοντοστάθηκα στην είσοδο (να μπούμε, να μη μπούμε) μια μαμά με το κοριτσάκι της μας φώναξε ("ανεβείτε, στο δεύτερο όροφο έχει παραμύθι"), κι αναστέναξα από μέσα μου με ανακούφιση (που δεν της φανήκαμε πολύ μικροί για το παραμύθι), κι ομολόγησα τις προθέσεις μου ("ναι, γι' αυτό ήρθαμε"), κι ανεβήκαμε. Και κάπως έτσι πήγαμε στην πρώτη της εκδήλωση, και τι ταιριαστό που είχε θέμα ένα βιβλίο, και τι καλά που την εμπιστεύτηκα και μπήκαμε, γιατί ήταν πολύ καλή. Ήταν πιο καλή κι απ' το καλή. Ήταν τύπος και υπογραμμός.

Στο δεύτερο όροφο της Κεντρικής βιβλιοθήκης υπάρχει μια αίθουσα-θεατράκι. Με καρέκλες που διπλώνουν και σκηνή. Εμείς βέβαια δεν καθήσαμε στις καρέκλες που διπλώνουν. Καθήσαμε οκλαδόν δίπλα σ' ένα τσούρμο άλλα παιδάκια και λίγες μαμάδες, μπροστά από την πρώτη σειρά των καθισμάτων, για να έχουμε καλύτερη θέα. Δηλαδή εγώ κάθισα οκλαδόν κι εκείνη κάθισε μέσα στα πόδια μου, κι εκεί έμεινε. 
Όλη την ώρα. 
Ο συγγραφέας ξεκίνησε να διαβάζει το παραμύθι. Μεγαλύτερα παιδάκια απ' αυτήν σηκώνονταν, μιλούσαν, έκαναν φασαρία. Αυτή εκεί. Τον κοίταζε με διάπλατα ανοιγμένα μάτια. 
Κοίταζε καλά καλά και τους μουσικούς. Την κιθάρα, τα κρουστά (αυτοί ήταν πιο κοντά μας). Τους παρατηρούσε. 
Ενδιάμεσα τραγουδούσαν (Ο γαργαληστής είναι ένα παραμύθι με ρίμα, που έχει εν μέρει μελοποιηθεί, και κυκλοφορεί και σε CD). Τελείωνε το τραγούδι, αυτή χειροκροτούσε. 
Κάποια στιγμή σα να νύσταξε, γύρισε κι έβαλε το χέρι της μέσα στη μπλούζα μου να θηλάσει. Της έδωσα ένα μπισκοτάκι, γύρισε μπροστά και συνέχισε να βλέπει. 

Δεν ξέρω τι κατάλαβε απ' όλα αυτά που συνέβαιναν. Είχε παιδιά, είχε μουσική. Είχε μια φωνή που μιλούσε με ρίμα, ένα πρόσωπο που έκανε θεατρικούς μορφασμούς. Είχε τραγούδια και χειροκρότημα. Ήταν μια εμπειρία. Ήταν η πρώτη της εκδήλωση, και ναι, η πρώτη γεύση από οτιδήποτε είναι κάτι μαγικό. Πόσο μάλλον η πρώτη γεύση από πολιτισμό (τι είπα ο άνθρωπος). Αν δεν κατάλαβε το παραμύθι, ε λοιπόν, ούτε εγώ το κατάλαβα. Ήμουν πολύ απορροφημένη να παρατηρώ πόσο απορροφημένη ήταν εκείνη. Ήμουν μαγεμένη με την προσήλωσή της, με τα μάτια της που γυάλιζαν, με τα ροζ μαγουλάκια της ασορτί με τη μπλούζα. Ήμουν σαν τους ερωτευμένους έφηβους στο πρώτο ραντεβού, που πάνε σινεμά και υποκρίνονται πως βλέπουν, μα δεν καταλαβαίνουν γρι απ' την ταινία γιατί με την άκρη του ματιού τους παρακολουθούν διαρκώς ο ένας τον άλλο.  

Στο τέλος χειροκρότησε μαζί με όλους (της αρέσει πολύ το χειροκρότημα). Κι όταν τη ρώτησα στο σπίτι: "θυμάσαι που πήγαμε στο παραμύθι κι έπαιζαν μουσική; Πώς έκανες όταν τελείωσε η μουσική;" χειροκρότησε πάλι. Και τη θαύμασα που θυμήθηκε, και τη θαύμασα που κατάλαβε, και χάρηκα που πήγαμε, και θύμισα στον εαυτό μου για άλλη μια φορά πως πρέπει να την εμπιστεύομαι. Πως ναι, καταλαβαίνει περισσότερα απ' όσα νομίζω. Και πως δεν μπορώ παρά να την αντιμετωπίζω με οδηγό την καρδιά μου, αλλά δεν πρέπει να εξηγώ (να περιορίζω) με τα δικά μου μέτρα τον κόσμο της. 

Μ' αυτά και με τ' άλλα, έρχομαι να εξηγήσω τον τίτλο του σημερινού ποστ. Ομολογώ, τον γαργαληστή τον αδίκησα. Και στην εκδήλωση, που δεν τον παρακολούθησα, κι εδώ ακόμα. Γιατί υποτίθεται ότι ξεκίνησα να γράφω γι' αυτόν και το μόνο που κάνω είναι να γράφω για τη Σταυρούλα. Ας είναι. 

Πάντως τον αγόρασα μετά το τέλος της εκδήλωσης και τον διάβασα. Είναι ωραίο παραμυθάκι. Γραμμένο όλο σε αστεία στιχάκια, περιγράφει την ιστορία ενός πρωτότυπου Ρομπέν των Δασών. Ο γαργαληστής κλέβει το γέλιο από τα παιδιά που έχουν περισσευούμενο (γαργαλώντας τα το βράδυ που κοιμούνται στα κρεβάτια τους), και με τη βοήθεια της θείας του το κάνει άρωμα, για να το χαρίσει στα παιδιά που δεν έχουν. Και τότε όλα αλλάζουν, κι η ευτυχία πλημμυρίζει τη γη... 





Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

ΟΖ

Παλιότερα γελούσα από μέσα μου με τους ανθρώπους που επηρεάζονταν στα σοβαρά απ' τον καιρό. (Μα πώς είναι δυνατόν να σου φτιάχνει πραγματικά το κέφι ο ήλιος και να στο χαλάει η συννεφιά, ή η βροχή; Get a life.)
Κούνια που με κούναγε. 
Αυτό που λένε "ποτέ μην κοροϊδεύεις κάτι γιατί θα τα λουστείς;"
Ακριβώς.

Το τελευταίο δίμηνο η κακοκαιρία μου την είχε σπάσει στα σοβαρά. Ο γελαστός καιρός των τελευταίων δυο εβδομάδων μας έστειλε στο πάρκο πανηγυρίζοντας, και παρα λίγο να πάρουμε και το κρεβάτι μας εκεί. 
Ξυπνούσα το πρωί με λαχτάρα να δω τον ήλιο.

Ο γελαστός καιρός του σαββατοκύριακου μας έστειλε στην εξοχή. Η Σταυρούλα έπαιζε με τα βότσαλα στην ακρογιαλιά, έκοβε λουλουδάκια, καθόταν στο γρασίδι με τις ώρες. 
Ο ήλιος μας φίλησε. Τα μαγουλάκια της κοκκίνισαν. 
(σήμερα της πήρα αντιηλιακό)
Πώς να μη σου φτιάξει το κέφι το φιλί του ήλιου;
Συγνώμη, άνθρωποι που γελούσα μαζί σας από μέσα μου.
Αγαπώ την άνοιξη. 

Από τα highlights του σαββατοκύριακου: Κοιμόταν στην αγκαλιά μου, κουρασμένη απ' τη γεμάτη ανοιξιάτικη μέρα της, κι εγώ διάβαζα αυτό το υπέροχο πράγμα: 


Ναι, ο μάγος του Οζ, αλλά σε κόμικ. 'Ενα κεφάλαιο ακόμη στην πολύπλευρη σχέση μου με το Οζ. Ένα απίστευτα όμορφο βιβλίο, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Όμορφο! Ένα έργο τέχνης, απ' την αρχή μέχρι το τέλος. Εικονογράφηση ζωντανή, απολαυστική, με τη λεπτομέρεια και τις στρογγυλάδες που αγαπούν τα παιδικά μάτια. Ιστορία αθάνατη, περιπέτεια μαγική. Πιστή περισσότερο στο πρωτότυπο βιβλίο που τη γέννησε, παρά στην ταινία του '39 με τη Judy Garland, αυτή που γνώρισε στον περισσότερο κόσμο το Οζ. 

Οζ, φίλοι μου. Οζ. Ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας. 

Ήξερα ότι το βιβλίο του Frank Baum Ο μάγος του Οζ ήταν μεγάλη επιτυχία, αλλά δεν ήξερα πόσο. Ήξερα ότι είχε σίκουελ, αλλά δεν ήξερα ότι είχε δεκατρία σίκουελ γραμμένα από τον ίδιο και ότι, μαζί με τα γραμμένα από διαδόχους, τα βιβλία για το Οζ είναι περίπου σαράντα!
Σαράντα.
Βαρύγδουπο νούμερο.
Κατά κάποιο τρόπο επεκτείνει τα όρια του Οζ πάρα πολύ. 
Άγγιξε τόσους ανθρώπους, αν μη τι άλλο. 
Ένας ολόκληρος κόσμος.
  
Μα ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Η Dorothy Gale, ο Toto, το σκιάχτρο που ποθούσε ν' αποκτήσει μυαλό, ο μεταλλικός ξυλοκόπος που ποθούσε ν' αποκτήσει καρδιά και το δειλό λιοντάρι που ήθελε κουράγιο, μου ήταν γνωστοί από παλιά. Είχα δει στο θέατρο το μάγο του Οζ όταν ήμουν μικρούλα, θυμάμαι το τραγούδι (ελάτε να πάμε στο μάγο, το μέγα μάγο του Οζ) να κουδουνίζει στ' αυτιά μου επί χρόνια μετά από κείνη την ημέρα. Θυμάμαι την απογοήτευσή μου που η Ντόροθυ ήταν μεγάλη κοπέλα κι όχι μικρό κοριτσάκι. Κι ας φερόταν σαν κοριτσάκι. Ήταν τροφαντούλα και με μεγάλο στήθος και δεν μπορούσα να ταυτιστώ καθόλου. Παρόλα αυτά, η παράσταση με είχε ενθουσιάσει, και θυμάμαι το πρόσωπο της Ντόροθυ. Στην πορεία η κοπελίτσα (που ήταν μάλλον καμιά εικοσαριά χρονών αλλά όταν είσαι έξι τα είκοσι είναι πάρα πολλά) πρέπει να με κέρδισε.

Μετά ήρθε η Τζούντυ. Υπέροχη ταινία, μα περίπου ίδια απογοήτευση. Ήταν μάλλον γύρω στο δεκάξι, έμοιαζε μεγάλη για τα κοτσιδάκια, για το μπλε φορεματάκι και τα κόκκινα παπούτσια. Έμοιαζε κοπέλα, κι ας ήθελαν να με πείσουν πως ήταν μικρή. Κι εξάλλου ήταν και πάλι δύσκολο να ταυτιστώ με κάποια που είχε στήθος όταν εγώ δεν είχα ακόμα.



Τη Τζούντυ την είδα ξανά και ξανά μεγαλώνοντας. Όσο πλησίαζα την ηλικία της τόσο την εκτιμούσα. Η Τζούντυ ήταν υπέροχη. 

Κι έπειτα, είναι παράξενο, μα είδα άλλη μια ταινία πριν πάρω στα χέρια μου το βιβλίο, που τελικά το διάβασα φέτος το φθινόπωρο. Η ταινία Return to Oz, με μια Ντόροθυ κοριτσάκι (επιτέλους, μόνο που τώρα πια δεν ήμουν εγώ κοριτσάκι), βασισμένη στα σίκουελ του Baum, ήταν πολύ πιο σκοτεινή, κάπως τρομαχτική και σκέτη απόλαυση, ειδικά για κάποιον που είχε αγαπήσει το Οζ όσο εγώ. Άλλοι χαρακτήρες, άλλου τύπου μαγικά. Μα ένας κόσμος εξίσου υπέροχα παράλογος, μια ηρωίδα θαρραλέα κι ευαίσθητη και πανέξυπνη, κι όλα αυτά που ήταν πάντα η Ντόροθυ (θέλω να το ξαναδώ τώρα, γίνεται; ευχαριστώ).


Κι ήρθε το βιβλίο, μόνο που πάλι δεν ήταν ο Μάγος του Οζ. Ήταν το Wicked, ένα πρίκουελ αυτή τη φορά (prequel, το έγραψα στα ελληνικά και ανατρίχιασα). Η ιστορία της κακιάς μάγισσας της Δύσης. Aυτής που στην ταινία είναι πράσινη, που είναι άσχημη και μοχθηρή. Ήμουν στο Λονδίνο τότε, και το Wicked παιζόταν σε μιούζικαλ. Και η μάγισσα ήταν πράσινη (όπως και στο βιβλίο), αλλά δεν ήταν άσχημη και μοχθηρή. Και ήθελα να το δω, κι όλο μου ξεγλιστρούσε. Και δεν το είδα, όμως το διάβασα. Η ιστορία της μάγισσας, πώς κατέληξε να είναι αυτή που ήταν. Το βρήκα συγκινητικό, συναρπαστικό. Κακός δε γεννιέσαι, γίνεσαι. 

Το Wicked έχει κι αυτό τα δικά του σίκουελ, όμως ο μάγος του Οζ είναι εδώ το θέμα μας. Το φθινόπωρο έπεσε στα χέρια μου, και διαπίστωσα με έκπληξη πως όντως δεν είχα διαβάσει το βιβλίο! Ανοίγοντάς το βρέθηκα σε γνώριμο έδαφος. Ήξερα την εξέλιξη, ήξερα και τις περισσότερες λεπτομέρειες. Υπήρχαν και περιπέτειες που δεν υπήρχαν στην ταινία. Υπήρξαν πράγματα που με ξάφνιασαν. Μα σε γενικές γραμμές, όλα ήταν εκεί, οι φίλοι μας, η μάγισσα, οι ιπτάμενες μαϊμούδες, ο μάγος-απάτη, ο δρόμος με τα κίτρινα τούβλα, μια ιστορία που νομίζω ότι την ήξερα πάντα... 

Και για να κλείσω την ιστορία ερχόμαστε στο κόμικ. Το κόμικ που μόλις διάβασα. Μονορούφι.

Είναι πανέμορφο, είναι άρτιο, κι είναι τόσο πιστό στο βιβλίο που θαύμασα τους δημιουργούς του. Τους βγάζω το καπέλο που δεν προσπάθησαν ν' αλλάξουν με οποιοδήποτε τρόπο την ιστορία για να μας πείσουν ότι κάτι έκαναν, για να βάλουν κι εκείνοι τη σφραγίδα τους. Κι ακόμα περισσότερο τους βγάζω το καπέλο που την έβαλαν τη σφραγίδα τους με άλλο τρόπο. 
Με τους ζωντανούς διαλόγους και την κινηματογραφική εξέλιξη. 
Με τις υπέροχες ζωγραφιές που συνθέτουν ένα μαγευτικό, θελκτικό κόσμο. 
Με την πιο γλυκιά Ντόροθυ που θα μπορούσα να ζητήσω, αξιολάτρευτη με την πρώτη ματιά. Και μιλάμε για έναν πολύ αυστηρό κριτή στο θέμα Ντόροθυ. Παιδιόθεν.


Α, με τη Ντόροθυ του κόμικ μπορώ να ταυτιστώ. Είναι τόσο συμπαθητική που θέλω να την πάρω αγκαλιά. Θέλω να την κάνω να χαμογελάσει.

Και χαίρομαι που τους ξαναβρήκα όλους, λίγο διαφορετικούς μα αγαπημένους, σαν παλιούς φίλους μετά από καιρό.   
Το σκιάχτρο, που είναι αδέξιο όπως εγώ και έχει την κακόμοιρη όψη που πάντα συμπαθώ στα παιχνίδια και στα ζωάκια.
Το μεταλλικό ξυλοκόπο, που είναι ένας ευαίσθητος μπαρμπούλης με σκοτεινό βλέμμα.  
Και το λιοντάρι, μια μεγάλη χνουδωτή μπάλα που θέλεις να χαϊδέψεις.

Είναι ωραίο να ξαναβρίσκεις παλιούς σου φίλους. Feels like home. 
Και there's no place like home. Το είπε και η Ντόροθυ.



Το καλύτερο; Το κόμικ έχει σίκουελ... 
Που με περιμένει δίπλα στο κρεβάτι μου. 
Τώρα.



  

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Quotes... (4)

Isn't it splendid to think of all the things there are to find out about? It just makes me feel glad to be alive- it's such an interesting world. It wouldn't be half so interesting if we know all about everything, would it? There'd be no scope for the imagination then, would there?

Lucy M. Montgomery, Anne of Green Gables



 Θα επιστρέψω... Μια αναλυτική αναφορά αξίζει σ' αυτό... και είναι χωρίς αμφιβολία το βιβλίο της φετινής (μας) άνοιξης... 



Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Ιστορίες ψυχοθεραπείας...

Βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού της ξαδέρφης μου- όποιο βιβλίο και να ΄ταν θα το σήκωνα. Θα το έπαιρνα στα χέρια μου, θα διάβαζα το οπισθόφυλλο. Ένας λόγος παραπάνω, ο τίτλος του, όχι και ο πιο συνηθισμένος: Ο δήμιος του έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας. "Δεν μπορώ να σταματήσω να το διαβάζω", μου είπε η ξαδέρφη μου. "Δεν μπορώ να κοιμηθώ γιατί πρέπει να διαβάσω παρακάτω". Και με πληροφόρησε πως ήταν στ' αλήθεια μια συλλογή από ιστορίες ψυχοθεραπείας, βγαλμένες απ' το γραφείο του Ίρβιν Γιάλομ (είναι διάσημος ψυχίατρος, εγώ δεν τον ήξερα, τώρα τον έμαθα, να και το site του).

Η διθυραμβική κριτική της ξαδέρφης μου μ' έκανε να το αγοράσω στην αδερφή μου. Η διθυραμβική κριτική της αδερφής μου μ' έκανε πια να το ξεκινήσω με τη δέουσα περιέργεια και προσμονή: Το βιβλίο είχε σούπερ καλούς οιωνούς, κι ας ήταν παράξενο το είδος του για μένα. Δεν είχα ξαναδιαβάσει κάτι παρόμοιο, κι ενώ τα θέματα ψυχολογίας μ' ενδιαφέρουν, δεν είναι το ανάγνωσμα που θα επέλεγα για να χαλαρώσω μετά από μια κουραστική μέρα (και τον τελευταίο καιρό κάπως έτσι κινούμαι στην επιλογή βιβλίων, αν και τελικά παρα-χαλαρώνω και κοιμάμαι στη δεύτερη σελίδα που ανοίγω). Όμως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι ιατρικό, δεν είναι βαρύ, δεν είναι δυσνόητο. Είναι το πρώτο βιβλίο στο οποίο ο κύριος Γιάλομ επιχείρησε να διηγηθεί τα περιστατικά της δουλειάς του με τρόπο που γέρνει προς το λογοτεχνικό -χωρίς να είναι και λογοτεχνία. Ουφ, μπέρδεμα. 

Δέκα ιστορίες είναι το βιβλίο, που τις διηγείται ο ψυχοθεραπευτής. Είναι αληθινές, όμως στον απαραίτητο βαθμό μασκαρεμένες, ώστε να μη μπορούν τα πρόσωπα να αναγνωριστούν. 
Η διπλή προσωπικότητα της Μάρτζ, τα όνειρα του Μάρβιν. 
Η εβδομηντάχρονη Θέλμα, παθιασμένα και βασανιστικά ερωτευμένη με τον πρώην ψυχοθεραπευτή της, ο καρκινοπαθής Κάρλος, κολλημένος με το θέμα του σεξ. 
Η παχύσαρκη Μπέττυ, απελπιστικά μόνη, η Πέννυ, αδύναμη να χειριστεί το χαμό της κόρης της που συνέβη πριν τέσσερα χρόνια, ο Σωλ, ανίκανος να πείσει τον εαυτό του ν' ανοίξει τα τρία γράμματα που τον κατατρώνε, και οι υπόλοιποι χαρακτήρες των ιστοριών -να πω "χαρακτήρες"; ή "ήρωες"; ή "ασθενείς"; όλα μοιάζουν ακατάλληλα- ανοίγουν σιγά σιγά την ψυχή τους στον κύριο Γιάλομ, που με ειλικρίνεια ξεδιπλώνει την αφήγηση της πορείας τους. 
Με ειλικρίνεια, λέω, που προϋποθέτει συχνή αυτοκριτική. 
Ανάλυση και των δικών του σκέψεων. 
Αποκάλυψη της όχι και τόσο γοητευτικής πλευράς του. 

  
Ο ψυχοθεραπευτής καλείται να δημιουργήσει μια ουσιαστική σχέση με τον άλλο άνθρωπο, μόνο έτσι θα μπορέσει να τον βοηθήσει. Με όχημα τις εκ βαθέων εξομολογήσεις των συνομιλητών του και ξεκινώντας από το προφανές πρόβλημα, πρέπει να οδηγηθεί παρατηρώντας προς τα πίσω, στο βαθύ και σκοτεινό τούνελ της κάθε ανθρώπινης καρδιάς. Μια λέξη, μια φράση κάποιες φορές είναι αρκετή για να ρίξει φως στο δρόμο της ενδοσκόπησης. Το πρόβλημα δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται να είναι. Οι ρίζες βρίσκονται αλλού. Ο ψυχοθεραπευτής είναι ένα είδος ντέτεκτιβ, που ψάχνει τη λύση του μυστηρίου. Κι η λύση είναι καλά κρυμμένη στα παιδικά χρόνια, στις σχέσεις με τους γονείς, στην ατμόσφαιρα του σπιτιού -εκείνα τα χρόνια δεν είναι που κυλούν πιο αργά από οποιαδήποτε και μας σημαδεύουν ανεξίτηλα όσο τίποτα; Στον αμείλικτο φόβο του θανάτου, που επανέρχεται ορμητικός σε όλες σχεδόν τις ιστορίες -μήπως δεν στοιχειώνει στιγμές στιγμές όλες τις ζωές; Στη δίψα για κατανόηση κι αποδοχή, και στην πιο αδυσώπητη ανθρώπινη ανάγκη: την αγάπη.

Οι υποθέσεις των συνομιλητών του κυρίου Γιάλομ μοιάζουν κάποιες φορές ασυνήθιστες, υπερβολικές ή αρκετά παράξενες. Εγώ όμως (για να τρομάξω λίγο και τη μαμά μου, που τα φοβάται κάτι τέτοια) βρήκα αρκετά κοινά μαζί τους, σκόρπια εδώ κι εκεί στις ιστορίες τους. Οι ερμηνείες του ψυχοθεραπευτή ένιωσα αρκετές φορές να με αγγίζουν, σε άλλο βαθμό απ' ό,τι τον συνομιλητή, ωστόσο με σαφήνεια. Για φαντάσου, σκεφτόμουν, όταν ο συγγραφέας μιλούσε για άγχος θανάτου, για το φόβο της οικειότητας, για την αγωνία ενός από τους ασθενείς να είναι πάντα αρεστός και αποδεκτός. Για φαντάσου. Υπάρχω κι εγώ εδώ, υπάρχουμε όλοι. Οι φόβοι μας, οι εμμονές μας, η μοναξιά μας. Οι βαθιές αιτίες της απόγνωσής μας. Η κοινή μας μοίρα. Το κάλεσμα για βοήθεια, η ανάγκη του Άλλου. Σε παρακαλώ, κάνε τον κόπο να μ' ακούσεις, μείνε μαζί μου σ' αυτή την πορεία. Κάνε τον κόπο να εμπλακείς σ' αυτό. Ενδόμυχα, αγάπησέ με. 

Οι πιο πολλές ιστορίες έχουν κατάληξη ανακουφιστική, για τον ασθενή, άρα και για μας. Το ταξίδι προς τα μέσα, η αναζήτηση των αιτίων, είναι κατά κανόνα ευεργετική. 
Διαλύει τα σκοτάδια. 
Ξορκίζει τα φαντάσματα. 

Δεν ξέρω αν ήθελα να καταλήξω κάπου. Δεν έχει και μεγάλη σημασία. Πέρα απ' την ικανοποίηση μιας διεστραμμένης, ντετεκτιβικού τύπου περιέργειας να λυθεί το "μυστήριο" της κάθε ιστορίας, να βρεθεί η αρχή του μίτου, το βιβλίο μ' έκανε να νιώσω συμπόνοια για τον κάθε άνθρωπο που θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Μ' έβαλε στα παπούτσια τους, μ' έκανε να περπατήσω για λίγο μ' αυτά. 
Λίγο θλιβερό, μα αναγκαίο. 

Πόσο μοιάζουμε όλοι. Η συνειδητοποίηση αυτής της τόσο απλής αλήθειας πάντα με σοκάρει.
Είναι τόσοι οι άνθρωποι που πρέπει να μπω για λίγο στα παπούτσια τους. 
Είναι τόσα αυτά που θα 'θελα να είχα σε μεγαλύτερο βαθμό.
Κατανόηση.
Ενσυναίσθηση. 
Αγάπη, αγάπη.